«Εὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας…» (Α΄ Κορ. 4.15)

Τὸν Ἰούνιο τοῦ 2015 φίλος βρέθηκε στὴν κηδεία καὶ τὴν ταφὴ τοῦ μητροπολίτου Γερασίμου στὴν Κεφαλλονιά. Μοῦ ἀνέφερε ἔκπληκτος τὸ πλῆθος τῶν παρισταμένων ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ κυρίως τὸν συγκλόνισε ἦταν οἱ πολυάριθμοι νέοι ἄνθρωποι, ποὺ ἀποσβολωμένοι στὸν αὔλειο χῶρο τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ἔκλαιγαν σιωπηλά. Γιατί ἔκλαιγαν; Προφανῶς γιατὶ ἔχασαν τὸν πατέρα τους καὶ ὀρφάνεψαν κατ᾽ ἄνθρωπον.

Μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς λέξεις ποὺ δεσπόζουν στὴν ἐκκλησιαστικὴ καθημερινότητα εἶναι ἡ λέξη πατήρ, πάτερ, πατέρας.

Εἶναι μιὰ λέξη ποὺ ἀκούγεται σὲ κάθε ἀκολουθία, σὲ κάθε Θεία Λειτουργία: «Πάτερ» (ἡμῶν). Εἶναι μιὰ λέξη τόσο καθημερινή, ὅσο καὶ ὑπερκόσμια. Ὁ Θεὸς καλεῖται πατέρας. Οἱ ἅγιοι ποὺ χαράσσουν μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὴν βιοτή τους τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καλοῦνται πατέρες. Χάρη σ᾿ αὐτοὺς διαμορφώνεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, τὸ λεγόμενο πατερικὸ φρόνημα ποὺ ἐγγυᾶται τὸ ὀρθὸν τῆς πορείας μας πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

[Στὰ Συναξάρια δὲν ἀποκαλοῦνται παναγιώτατοι μήτε μακαριώτατοι μήτε πανιερώτατοι μήτε σεβασμιώτατοι μήτε θεοφιλέστατοι μήτε πανοσιολο­γιώ­τατοι μήτε πανοσιώτατοι μήτε αἰδεσιμολογιώτατοι μήτε αἰδεσιμώτατοι μήτε ἱερολογιώτατοι μήτε εὐλαβέστατοι μήτε ὁσιολογιώτατοι μήτε ὁσιώτατοι. Καλοῦνται ἁπλῶς πατέρες. Τὸ εἰδικὸ βάρος τῆς λέξης ἐπιβάλλει τὸ ἀπέριττο. Καὶ διὰ τοῦ ἀπερίττου ἐπισφραγίζεται τὸ ἀπόλυτο τῆς σχέσης πατρὸς καὶ υἱοῦ].

Στὴν ἴδια λογικὴ οἱ κληρικοί μας ὀνομάζονται πατέρες, ἀφοῦ ἔχουν λάβει διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸ χάρισμα τῆς πατρότητος, διὰ τοῦ ὁποίου (ἀνα)γεννοῦν ἀνθρώπους στὴν πίστη καὶ ἀγωνίζονται νὰ τοὺς ἐνηλικιώσουν πνευματικά «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». (Εφεσ. 4.13)

Τί προσφέρει ὁ πατέρας στὸ παιδὶ κατὰ τὴν ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας, ποὺ μελετᾶ τὰ ἀνθρώπινα; Προσφέρει παράδειγμα· προσφέρει σταθερότητα ἐπιλογῶν καὶ ἀρχῶν· προσφέρει τὴν ἀπαραίτητη αὐτοπεποίθηση τοῦ ὑγιοῦς βαδίσματος στὴ ζωή. Μὲ λίγα λόγια, ὁ πατέρας ἐγγυᾶται τὴν ἐνηλικίωση, τὴν μὲ ὡριμότητα ἀνάληψη τῆς εὐθύνης ἀπὸ τὸ παιδί, τὴν κατὰ διαδοχὴν πατρότητα.

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνει στὶς τάξεις της πολλοὺς διδασκάλους, «ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας». Διαθέτει πολλὰ στελέχη ποὺ φιλοδοξοῦν, χωρὶς ἐνδεχομένως τὴν ἀνάλογη προσωπική τους θυσία, νὰ γίνουν διδάσκαλοι τῆς κατὰ Θεὸν πορείας, ἔχει ὅμως λίγους ἀνθρώπους, στοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ στηριχτεῖ ὁ ἀρχάριος στὴν πίστη ποὺ ἀκόμα τρεκλίζουν τὰ γόνατά του, ὁ ἔφηβος ποὺ ἀναζητεῖ πυξίδα ζωῆς, ὁ ἔγγαμος ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἀφθαρτοποιήσει τὸν γάμο του, ὁ μοναχὸς ποὺ διψᾶ νὰ τροφοδοτήσει τὴν μοναχική του κλήση, ὁ κληρικός ποὺ ἐπιζητεῖ οὐσιαστικὴ στήριξη στοὺς ὁραματισμοὺς καὶ τὶς καθημερινὲς ἀπογοητεύσεις του, ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ἔχει τόση ἀνάγκη πατρικοῦ ὤμου γιὰ νὰ θρηνήσει τὴν πτώση του καὶ νὰ θέσει θεμέλιο μετανοίας.

Μὲ λίγα λόγια ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀναζητεῖ τὴν ἀνάπαυση, τὴν καθοδήγηση, τὴν ἀγάπη· ἀναζητεῖ πατέρα. Κι ἕνα πρᾶγμα προσδοκοῦν μὲ ἄσβεστη τὴν ἐλπίδα οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ ἕνα κληρικό: πολιτεία πατρότητος, δηλαδὴ βαθειά, ἀταλάντευτη πίστη, ἀνδρεῖο φρόνημα, ἀνιδιοτέλεια κινήτρων, πατρικὴ στήριξη καὶ συμπόρευση.

Ἀκοῦμε συχνὰ ἀπὸ χείλη ἐπισκόπων γιὰ ὑποψηφίους κληρικούς: «Εἶναι καλὸ παιδί· θὰ τὸν χειροτονήσουμε (διάκονο, πρεσβύτερο, ἐπίσκοπο)». Καὶ χειρο­το­νοῦν στὴ συνέχεια αὐτὸ τὸ καλὸ παιδί ποὺ προσπαθεῖ κατόπιν νὰ ἐργαστεῖ στὴν ἐνορία ἢ τὴν ἐπισκοπή του. Κι ὅλο παραπονιέται, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν διακονοῦν (…) δὲν εἶναι ὅπως ἀνέμενε καὶ γιατὶ τὸν ἀμφισβητοῦν καὶ ὁ κατάλογος μὲ τά «γιατί» ὅλο καὶ μακραίνει, ἀφοῦ ὅπως λέει ἡ λαϊκὴ σοφία: «Τό «γιατί» τό ’σπειραν καὶ δὲ φύτρωσε»…

Τὸ μεῖζον πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας ἦταν καὶ εἶναι ἡ ἔλλειψη παιδαγωγῶν «εἰς Χριστόν», εἶναι ἡ ἔλλειψη πατέρων, ἀνθρώπων δηλαδή ποὺ θὰ γίνουν κληρικοὶ ἀναλαμβάνοντας τὸν ρόλο τοῦ πατέρα, αἴροντας κηρυναϊκὰ τὴν εὐθύνη ποὺ τοὺς ἀναλογεῖ στὴν κατὰ Θεὸν διαπαιδαγώγηση τοῦ λογικοῦ ποιμνίου τους, μὲ μόνο σκοπὸ νὰ διακονήσουν τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων κι ὄχι ἁπλῶς νὰ διακονηθοῦν οἱ ἴδιοι καὶ τὰ πάθη τους, ἀδιάβλητα ἢ καὶ διαβλητά… Ἔχει χορτάσει ὁ χῶρος τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ «καλὰ παιδιά». Πατέρες ἀναζητεῖ ἐναγωνίως τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀνδρωθεῖ κατά Θεόν, γιὰ νὰ καταφέρει ν᾿ ἀποφύγει «τὸ χαῦνον τοῦ θήλεως» ποὺ ἐξα­πλώνεται ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ καὶ φανερώνεται στὴν ἐπιζήτηση τῶν ἀνέσεων καὶ στὴν ἀποφυγὴ τοῦ σωτηριώδους κόπου, στὴν ὑποκριτικὴ συμπεριφορά, στὴν δειλία τῶν ἀποφάσεων, στὴν ὑστεροβουλία κατὰ τὴν προσέγγιση τοῦ ἀδελφοῦ.

Πατέρες ἀναζητεῖ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορεῖ μὲ θάρρος, ἐνίοτε καὶ θράσος, νὰ διεκδικεῖ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως μέσα στὶς καθ᾿ ἡμέραν συγκρούσεις ἐφήμερων καὶ ἐφημεριακῶν συμφερόντων, γιὰ νὰ ὑπομένει μὲ ἀνδρεία τὶς θλίψεις τοῦ βίου, γιὰ νὰ ἐπουλώνει τὰ δήγματα τῶν ψευδα­δέλφων, γιὰ νὰ ὑπομένει τὸν ἴδιο τὸν Θεό, κατὰ τὴν ῥήση τοῦ ψαλμωδοῦ.

Ἐπιλογικὰ θὰ παραθέσω μιὰ πατρικὴ νουθεσία πνευματικοῦ πατρὸς ἀπὸ τὸ κλίμα τοῦ ὁσίου Σωφρονίου (Σαχάρωφ) σὲ φιλικὸ πρόσωπο, τὸ ὁποῖο παιδιόθεν ἐπιθυμοῦσε τὴν ἱερωσύνη: «Γιὰ ποιό λόγο θέλεις νὰ γίνεις κληρικός; Γνώριζε ὅτι κληρικὸς σημαίνει πρωτίστως ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία σου προσωπικά, δηλαδή ἐνεργοποίηση τῆς γενικῆς ἱερωσύνης, ποὺ ἔχεις λάβει μὲ τὸ βάπτισμα, κι ἔπειτα ἀγάπη γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν σου, πρᾶγμα ποὺ χαρακτηρίζει τὸ εἰδικὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Μόνο ἔτσι ὡς κληρικὸς θὰ ταυτιστεῖς μὲ τὸν Κύριο ὁ ὁποῖος «θέλει πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση ἡ εἰδικὴ ἱερωσύνη εἶναι βάρος δυσβάστακτο γι᾿ αὐτὸν ποὺ δὲν συνειδητοποιεῖ ὅτι τὸ νὰ εἶσαι ἱερέας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀγῶνας καὶ ἀγωνία γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἄλλωστε αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο κινεῖται ὁ Θεός».

Ἂν ἡ (διοικοῦσα) Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται νὰ ἀναδείξει πατέρες, ἂν ἡ (διοι­κοῦ­σα) Ἐκκλησία φροντίζει νὰ προαγάγει στὸ ἀξίωμα τῆς πατρότητας μέλη της ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴν γνήσια διάθεση πατρικῆς διακονίας τοῦ λαοῦ, τότε τὸ ἐπίγειο μέλλον Της προβλέπεται εὐοίωνο, ἐφόσον ἡ πατρότητα ἐγγυᾶται τὴν γέννηση νέων μελῶν καὶ τὴν αὔξηση τοῦ πλήθους τῶν πιστευόντων.

Στὸν ἀντίποδα, ἡ κακέκτυπη πατρότητα ποὺ μόνο τὴν τιμὴ πρὸς τὴν πατρική της ἱδιότητα γνωρίζει ν᾿ ἀποζητεῖ καὶ νὰ διεκδικεῖ (…), θὰ ὁδηγήσει μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια σὲ πνευματικὴ στειρότητα, σ᾿ ἕνα δημογραφικοῦ τύπου πρόβλημα ποσότητας καὶ ποιότητας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Μὴ γένοιτο…

Ὑ.Γ. Τὸ κείμενο εἶχε δημοσιευθεῖ παλαιότερα σὲ φιλικὸ ἰστότοπο

Ἀνάληψη

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ τελευταία σκηνὴ τῆς ἐπὶ γῆς πα­ρου­σί­ας Του καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τῶν μα­θη­τῶν, τῆς Ἐκκλη­σίας δηλαδή, κατὰ τὸν καθηγητὴ Ἰωάννη Φουντούλη. Ὁ Κύ­­ρι­ος ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς οἰκονομίας, ὑψώ­νε­ται νικητὴς στὸ οὐ­ρά­­νιο βάθρο, ὁ Θεὸς Πατέρας τὸν ὑπο­δέ­χεται, ἐνῷ ἄγγε­λοι καὶ ἄνθρωποι τὸν δο­ξο­­λο­­γοῦν σὰν θριαμβευτή. Μαζί Του θριαμ­βεύει ὁλό­κλη­ρο τὸ ἀνθρώπινο γέ­νος, ἀφοῦ «ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος» (Κολοσ. 3.1) μὲ τὸ ἀν­θρώ­πινο σῶμα Του, τὴν θεω­θεῖ­σα σάρκα, ὅπως περιγράφουν καὶ οἱ ὕμ­νοι τῆς ἑορτῆς. Ταυτό­χρονα, ὁ Κύριος δίνει τὴν ὑπόσχεση στοὺς μαθητές, ὅτι δὲν θὰ τοὺς ἀφήσει ὀρφανούς, ἀλλὰ θὰ στείλει τὸν Παράκλητο, γιὰ νὰ συ­νο­δεύει τὴν Ἐκκλησία «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28.20).

Ἐκκλησία, Χριστὸς παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας…

Αὐτὸ ποὺ (θὰ ἔπρεπε νὰ) δεσπόζει στὴν Ἐκκλησία, εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Πολὺ ἁπλὰ διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Τὸ νὰ εἶναι κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας, σημαίνει αὐτονόητα, ὅτι ἔχει οὐσιαστικὴ καὶ ὑπαρκτὴ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου. 

Ὅλα τὰ ἄλλα, εὐλαβεῖς συνήθειες, κανόνες, ἤθη, κ.λπ. ὑπάρχουν ὡς ὁδηγοὶ καὶ ὑπηρέτες αὐτῆς τῆς σχέσης. Ὅταν αὐτονομοῦνται, εἰδωλοποιοῦνται.

Μὲ ἄλλα λόγια μπορεῖ νὰ καταλήξουμε νὰ λατρεύουμε ὄχι τὸν Κύριο, ἀλλὰ τὴν νηστεία, τὴν ἄσκηση, τὴν πνευματικὴ μελέτη, τὴν προσευχή, ἀκόμη καὶ τὴν Θεία Κοινωνία, φαινόμενο ποὺ δυστυχῶς ἰσχύει σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ ἔκταση. [Τὸ φαινόμενο αὐτὸ παρεμπιπτόντως καλεῖται εὐσεβισμός.]

Σὲ τελικὴ ἀνάλυση χριστιανὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ στέκεται διαρκῶς ἀπέναντι στὸν Χριστὸ σὲ μιὰ ἀγαπητική, εἰλικρινῆ λατρευτικὴ κίνηση καὶ στάση. Ἀκόμη καὶ ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως θὰ εἶναι μιὰ τέτοια τοποθέτηση.

Ἂν ἀντέχουμε νὰ στεκόμαστε ἀπέναντι στὸν Χριστὸ μὲ ἀγάπη καὶ ἁπλότητα, παρόλη τὴν ἁμαρτωλότητά μας, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ κριτήριο τῆς χριστιανικότητάς μας. Ἂν δὲν ἀντέχουμε καὶ δὲν ζοῦμε τὸν χριστιανισμό μας ὡς μιὰ τέτοια ἀμφίδρομη σχέση, τότε ἡ πνευματικότητά μας μᾶλλον εἶναι προβληματικὴ καὶ ἡ χριστιανικότητά μας τοὐλάχιστον ἀνώριμη.

Μόνη μας ἐλπίδα, μόνο μας πρότυπο, μόνος οὐσιαστικὸς σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα, ἔστω «ἱερά», ἔστω «εὐσεβῆ» μποροῦν νὰ ἀποβοῦν ἀπὸ παραπλανητικὰ ἕως καὶ ἐπικίνδυνα…

Ὁμιλία καταληκτήριος

(κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Κυριακῆς 12 Σεπτεμβρίου 1982

εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου)

ὑπὸ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος

Μελίτωνος Χατζῆ

Προέδρου τῆς Β΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως

(ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα στὸ Σαμπεζὺ τῆς Ἐλβετίας, 3-12 Σεπτεμβρίου 1982

καὶ ἀσχολήθηκε μὲ τὴν προετοιμασία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου)

«Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Ἡ ὁμιλία αὕτη ἀπευθύνεται, ὄχι πρὸς τὴν Προσυνοδικὴν Πα­ν­ορ­θόδοξον Διάσκεψιν, ἀλλὰ πρὸς σᾶς, τοὺς ἀγαπητοὺς ὀρ­θο­δόξους χρι­στι­α­νούς, ποὺ ἀντιπροσωπεύετε ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγ­μὴν τὸ εὐσεβὲς πλήρω­μα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Ἐνώπιόν σας, μαζί σας, ἀνοίξαμε αὐτὴν τὴν Διάσκεψιν, μα­ζί σας, ἐνώπιόν σας, καὶ τὴν κατακλείομεν. Καὶ κατακλείο­μεν τὴν Πανορθόδο­ξον Διάσκεψιν μὲ πανορθόδοξον εὐχαρι­στι­α­κὴν σύναξιν, μὲ τὴν τέλεσιν τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἱεροῦ Χρυσο­στόμου.

Αὐτὴ ἡ Θεία Λειτουργία μας, ποὺ τελεῖται ἀπὸ τὸν κα­νονικὸν ὀρθόδοξον ἐπίσκοπον, ἢ κατ’ ἐξουσιοδότησίν του ἀπὸ τὸν κανονικὸν ὀρθό­δοξον ἱερέα, ἡ κοινωνία μας εἰς τὴν Εὐχα­ριστίαν, εἶναι τὸ θεμέλιον καὶ τὸ κορύφωμα, εἶναι τὸ ἅπαν τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

Μὲ αὐτὴν ἐκφράζεται ἡ ὀρθὴ χριστιανικὴ πίστις καὶ ἡ κα­νονικὴ τάξις τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτὴ συμπληρώνει καὶ ὁ­λο­κληρώνει καὶ ὑ­περ­βαίνει κάθε πανορ­θόδοξον συνάντησιν καὶ σύσκεψιν καὶ διάσκεψιν. Αὕτη εἶναι ὁ στέφανος τῶν Οἰκου­με­­νικῶν Συνόδων. Καὶ ὅταν αὐταὶ αἱ Σύνοδοι, δὲν συγκροτοῦ­νται, καὶ ὅταν Πανορθόδοξοι Διασκέψεις δὲν πραγ­ματοποιοῦ­νται, ἡ Ὀρ­θοδοξία συνεχίζει τὴν λειτουργίαν τοῦ μυστη­ρίου τῆς Ἐκ­κλη­σίας, τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστο­λικῆς Ἐκκλη­σίας τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεώς μας. Συνεχίζει τὸ κήρυγμα τῶν δύο πηγῶν τῆς θείας ἀποκαλύψεως, τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, καὶ εὐαγγελίζεται εἰς τὸν κόσμον τὸν Λυ­τρω­τήν του, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, μὲ αὐτὴν τὴν Θεί­αν Λειτουργίαν.

Ὅ,τι ἐτελέσαμεν εἰς τὴν Διάσκεψίν μας καὶ ὅ,τι παρελεί­ψαμε, τὴν καλὴν πρόθεσιν καὶ τὴν ἀδυναμίαν μας, τὴν θλῖψιν καὶ τὴν ἐλπίδα μας, ὅλα τὰ προσεκομίσαμε μαζὶ μὲ τὰ Τίμια δῶρα καὶ τὰ κατεθέσαμεν εἰς τὸ Θυσιαστήριον καὶ παρεκα­λέ­σαμε τὸν Κύριο, ποὺ ἦλθε καὶ εἶναι ἐδῶ ὁλόσωμος ἐπάνω εἰς αὐ­τὸ τὸ Θυσιαστήριον, νὰ τὰ μετουσιώσῃ εἰς ζωὴν τῆς Ἐκκλη­σί­ας, τὴν ὁποίαν Ἐκεῖνος ἵδρυσε μὲ τὸ τίμιόν Του αἷμα, τὸ ἐκχυ­θὲν ὑπὲρ τῆς του κόσμου σωτηρίας.

Καὶ ἐτελέσαμεν τὴν ἱερουργίαν αὐτὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἐπισκό­πων καὶ τῇ κοινωνίᾳ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Τοῦτο εἶναι θαυμαστὸν πλήρωμα λειτουργικῆς ἑνότητος, ποὺ θαυ­μα­στῶς ἐκφράζει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἑνιαῖ­ον τῆς Ὀρθοδο­ξίας.

Ἀδελφοί,

Πρώτιστα αὐτὸ τὸ ἑνιαῖον τῆς Ὀρθοδοξίας ἦτο τὸ κύριον μέλημά μας, νὰ ἐκφράσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν Πανορθόδοξον Διά­σκεψιν, μαζί σας, ἔτσι ὅπως εἴμεθα ἐδῶ μαζί σας, ὄχι χωρὶς τὴν κατανόησίν σας καὶ τὴν γνώμην σας, ὄχι ἔξω ἀπὸ τὴν πραγ­μα­τικότητά σας καὶ τὰ προβλήματά σας. Αὐτὰ ποὺ λέγω τώρα εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν γλῶσσαν διατυπώ­νονται ὡς ἑξῆς: ἑνότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ συνείδησις τῆς Ὀρ­­θοδόξου Ἐκ­κλη­σίας (ὅπου μέσα εἰς τὸν ὅρον Ἐκκλησία περικλείεται ὅλη ἡ ἔννοια, δηλαδὴ περικλείεσθε καί ’σεῖς, τὸ πλήρωμά της).

Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί,

Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐδῶ τώρα μὲ τὰς λε­πτο­μερείας τῶν ἐργασιῶν τῆς Διασκέψεώς μας. Αὐτὰ θὰ τὰ πλη­ροφορηθεῖτε ἀπὸ τὸ Ἀνακοινωθέν, ποὺ ἐξεδόθη χθὲς καὶ ἀ­ναφέρει λεπτομερῶς καὶ τὰ θέματα καὶ τὰς ἀπόψεις μας.

Ἐκεῖνο ποὺ θεωρῶ ἀπαραίτητο καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς μετα­δώ­σω ἀμέσως μετὰ τὴν Διάσκεψιν εἰς τὴν πρώτην αὐτὴν ἐδῶ συνάντησιν καὶ ἐπικοινωνίαν της, μὲ σᾶς, τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκ­κλη­σίας εἶναι τοῦτο: ὅτι ἐδῶ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην φο­ράν, αὐτὴν τὴν φοράν, ὁλοφάνερα ἐσυνειδητοποιήσαμεν ὡς ποι­μαίνουσα καὶ διοικοῦσα Ἐκκλησία, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσωμεν πρὸς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον, πρῶτον, χωρὶς τὴν ἄῤῥηκτη ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καί, δεύτερον, χωρὶς νὰ σᾶς συμβουλευθοῦμε, χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴν γνώμην σας.

Ἐδῶ, αὐτὴν τὴν φοράν, πέραν ἀπὸ τὰς μετριόφρονας ἐκ­κλη­σια­στικάς μας ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας μας διατάξεως, ἐκάναμε τὴν σπουδαιοτέραν ἀνακάλυψιν ὅτι ὑπάρχετε καί ’σεῖς, τὸ πλή­ρωμα, ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἔννοιαν τῶν ὀλίγον-πολὺ εὐσεβῶν ἀνθρώ­πων, ποὺ τοὺς ἀξίζει κάθε σεβα­σμός, κάθε τιμὴ καὶ κάθε ἔπαινος, ἀλλὰ ὅτι ὑπάρχετε καί ’σεῖς, τὸ πλήρωμα μὲ τὴν πλήρη ἔννοιαν, ’σεῖς ὅλοι ποὺ σᾶς ἐβαπτί­σαμεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύ­ματος εἰς τὴν κολυμβήθραν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, καὶ μετὰ δὲν σᾶς ἐκατηχήσαμε, περιορισθέντες εἰς τὸ Πιστεύω τοῦ ἀναδόχου, ἀλλὰ σᾶς ἐγκαταλείψαμε εἰς τὴν τύχην σας. Καὶ εἴπαμε. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ. Τὸ λέγει τὸ νόημα τῆς Διασκέψεως, τὸ λέγει τὸ πνεῦμα τῆς Διασκέ­ψεως: νὰ σᾶς ζητήσουμε συγγνώ­μην.

Αὐτὸ εἶναι σπουδαία ἀνακάλυψις καὶ σπουδαῖο ξεκίνημα. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ. Διὰ τοῦτο ἀκόμη εἴπαμε ὅτι πρέπει νὰ ἀρχί­σου­με διάλογον μαζί σας. Ὄχι ἕνα γενικὸν καὶ ἀόριστον διάλο­γον. Ἀλλὰ διάλογον ποιμένος καὶ ποιμνίου σὲ κάθε τόπο, δη­λαδὴ σὲ κάθε ἐνορία, σὲ κάθε χωριό, σὲ κάθε πόλη, σε κάθε Μητρόπολη, σε κάθε Αὐτοκέφαλη Ἐκ­κλη­σία. Διάλογο ἀπὸ τὰς ῥίζας πρὸς τὰ ἐπάνω. Αὐτὴ ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι εἶναι ἡ εὐθύνη μας, τῶν ποιμένων, τῶν ἐπισκόπων.

Ὅλα αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω τώρα εἶναι ὄχι ἡ ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἡ συνοπτικὴ ἔκφρασις τοῦ πνεύματος, τοῦ πράγματος τῆς Διασκέψεως. Θὰ τὸ διαπιστώσετε ὅταν θὰ δημοσιευθοῦν τὰ Πρακτικά.

Τὴν τεχνικὴν τοῦ διαλόγου, τὴν μέθοδόν του, θὰ τὴν με­λετ­ήσῃ καὶ θὰ τὴν φροντίσῃ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία καὶ κάθε ὑπεύθυνος ποιμήν. Ὅμως κανείς μας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσῃ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐποχῆς μας εἰς τὴν μεθοδολογίαν τῶν δια­λό­γων. Κανείς μας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσῃ πλὴν ἐκείνων ποὺ ἔχουν αὐταρέσκειαν καὶ αὐτάρκειαν καὶ ἐπιμένουν νὰ παραμέ­νουν ὑπὸ ὑάλινον κώδωνα, ἣ μέσα εἰς τὸ ὀχυρὸν τῆς ἀνασφα­λοῦς ἀσφαλείας τοῦ παραδεδομένου, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι αὐτὸ ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον των, αἱ σκοπιμότητες καὶ αἱ ἐπι­διώξεις των. Κανείς μας, λέγω, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσῃ σ’ ἕνα οὐσιώδους σημασίας διάλογο τὴν σπουδαιότητα τῆς θέσεως δύο ἀποφασιστικῶν θεσμῶν ποὺ διαμορ­φώ­νουν εἰς τὸν σύγ­χρο­­νον κόσμον τὴν κοινὴν γνώμην, δηλαδὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν δη­μοσίων σχέσεων καὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν μέσων μαζικῆς πληρο­φο­ρήσεως.

Κατέρχομαι ἀπὸ ἀνάγκην εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτὰς πρῶτον διὰ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς μου συμποι­μένας μέσα εἰς τὸν χῶρον τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὡρισμένοι ἐκ τῶν συνέδρων μὲ πολὺν ῥεαλι­σμὸν καὶ παῤῥησίαν ἀπεκάλεσαν νεομε­σαιω­νικὴν ἀντίληψιν καὶ τρόπον ἀντιμετωπίσεως ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τῶν αἰτημάτων τῆς ἐποχῆς μας. Ποίας δὲ ἐποχῆς; Μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ὅλα ἀμφι­σβητοῦνται, ὅλα προκαλοῦνται, ὅλα συζητοῦνται καὶ ὅλα δια­κυ­βεύονται. Μιᾶς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀντίχριστος χρη­σι­μοποιεῖ ὅλην αὐτὴν τὴν τεχνικὴν καὶ τὴν ἀξιοποιεῖ μὲ σατα­νικὴν μέν, ἀλλ’ ὅμως εὐφυΐαν, μέχρι τοῦ εὐφυεστάτου σημείου ἀξιοποιήσεως καὶ τοῦ ποδο­σφαι­ρικοῦ γηπέδου. Ποῖος ἐπίσκο­πος ἀπὸ ἡμᾶς κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ αὐτὸ τὸ μυστικὸν τοῦ ποδοσφαιρικοῦ γηπέδου; Καὶ ποῖος κατώρθωσε νὰ στρέψῃ τὸν πόλον τῆς ἕλξεως ἀπὸ τοῦ γηπέδου τούτου πρὸς τὴν ἐκ­κλη­σίαν του; Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ἐρώτημα εἶναι τοῦτο: ποῖος ποιμὴν ἐνδιαφέρθηκε καὶ ἀσχολήθηκε καὶ ἐργάσθηκε, ὥστε νὰ κερδίσῃ ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ αὐτὰ τὰ εἴδωλα τῆς συγχρόνου κοινῆς γνώ­μης, τοὺς ποδο­σφαι­ριστάς, καὶ νὰ τοὺς μετατρέψῃ, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ γήπεδον, σὲ ἀποστόλους καὶ κήρυκας;

Ἀλλά, ἀδελφοί, δὲν θὰ μὲ ἀρκέσῃ ὁ χρόνος διὰ νὰ διηγη­θῶ τὸν νεο­με­σαιωνισμόν μας.

Αὐτὰ ὡς μήνυμα τῆς Διασκέψεώς μας.

Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον τῆς ὁμιλίας μου, εἰς τὸ μήνυμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ εἶναι κοφτερὸς πε­ρισ­σότερο ἀπὸ κάθε κοφτερὸ μαχαίρι (πρβλ. Ἑβρ. 4.12), μαχαίρι ὄχι θανατηφόρο, ἀλ­λὰ σωστικῆς ἐγχειρήσεως, μαχαίρι χειρουρ­γοῦ.

Λέγει, λοιπόν, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴν περικοπὴν τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου μὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ στόμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ: «οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ» (Ἰω. 3.17).

Λέγει, λοιπόν, ὁ υἱὸς ὁ Χριστός: ὁ Θεὸς δεν μ’ ἔστειλε ἐμένα, τὸν Υἱὸ Του, διὰ νὰ σᾶς κρίνω καὶ νὰ σᾶς καταδικάσω, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς σώσω. Ὄχι μόνον σᾶς, ἀλλὰ ὅλον τὸν κόσμον, ὅλον τὸν κόσμον νὰ μὴ τὸν κρίνω, νὰ μὴ τὸν καταδικάσω τώρα, ἀλλὰ τώρα νὰ τὸν σώσω.

Ἐμεῖς παρερμηνεύσαμε τὴν πρώτη αὐτὴ παρουσία τοῦ Κυ­ρίου εἰς τὸν κόσμον ὡς παρουσία «κρίσεως, κατακρίσεως καὶ κα­ταδίκης». Καὶ ἐγίναμεν ὡς κήρυκες τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ εὐ­αγ­γελίου Του, τοῦ βασι­λέ­ως βασιλικώτεροι, τοῦ Χριστοῦ χρι­στό­­τεροι, ἐγίναμε περισσότερο κριταὶ καὶ ὀλιγώτερον εὐαγγε­λισταὶ σωτηρίας. Καὶ ἐδρέψαμε τοὺς καρπούς: εἴμεθα ὑπὸ τὴν κρίσιν ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐκρίναμεν. Ἡμεῖς, ὄχι ὁ Κύριος. Διότι ὁ λόγος Του εἶναι ὁ ἴδιος, σαφὴς καὶ ἀναλλοίωτος: ἐγὼ δὲν ἤλθα διὰ νὰ σᾶς κρίνω, ἤλθα διὰ νὰ σᾶς σώσω.

Ἡ πρώτη του παρουσία εἶναι παρουσία σωτηρίας καὶ ὄχι κρίσεως. Βέβαια, θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ δευτέρα παρουσία Του. Ἐκείνη θὰ εἶναι ἡμέρα κρίσεως ὅλων. Δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπεκταθῶ σὲ ἀνάπτυξη αὐτοῦ τοῦ δευτέρου εὐαγγελικοῦ μη­νύματος. Εἶναι τόσο καθαρό, τόσο ἁπλό, τόσο ἐπιγραμματικό, τόσο δυνατὸ καὶ τόσο κοφτερὸ ποὺ πράγμα­τι μᾶς καθαρίζει, μᾶς θεραπεύει καὶ δίδει τὴν ὑγεία ποὺ ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐγχείρηση τοῦ καρκίνου. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μήνυμα καὶ ἕνα κήρυγμα γενικὸ ποὺ ἀ­πευ­θύνεται πρὸς τὸν κάθε χριστιανό, τὸν κάθε πιστό, τὸν κάθε ἄπιστο, τὸν κάθε ἄν­θρωπο. Ἐδῶ, εἰς τὴν περίπτωσίν μας, αὐτὸς ὁ τόσο γλυκύς, ὁ τόσον ἀ­να­κουφιστικός, ἀλλὰ καὶ τόσον φοβε­ρὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ συμπλη­ρώνει τὰς ἀποφάσεις τῆς Δια­σκέ­ψεώς μας, τὰ ἀποτελέσματά της, τὸ πνεῦμα της, καὶ δίδει, εἰς ὅλους ἐκείνους ποὺ καλοῦνται νὰ μεταφέρουν τὸ μήνυμα τῆς Διασκέψεως εἰς τὸν κόσμον τὴν βαθυτέραν διάστασιν τοῦ μηνύματος, δίδει τὴν κατεύθυνσιν διὰ τὴν ἐφαρμογήν, ὅτι ὅλα πρέπει ὄχι νὰ ἐμπνευσθοῦν καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν ἀπὸ πνεῦμα καὶ διάθεσιν κρίσεως καὶ ἐπικρίσεως καὶ κατακρίσεως, ἀλλὰ ὅλα νὰ ὑπηρετήσουν καὶ νὰ στοχεύσουν τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώ­που καὶ τοῦ κόσμου ὅλου εἰς δόξαν Θεοῦ. Ἀμήν».

«Συνοδικοὶ πειρασμοί»

(ὁ τίτλος ἡμέτερος)

Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος

Μελίτωνος Χατζῆ

Προέδρου τῆς Β΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως

(ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα στὸ Σαμπεζὺ τῆς Ἐλβετίας, 3-12 Σεπτεμβρίου 1982 καὶ ἀσχολήθηκε μὲ τὴν προετοιμασία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου)

Ἐναρκτήριος Ὁμιλία

«Σεβάσμιοι σύνεδροι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Μὲ χαράν, σεβασμὸν καὶ συγκίνησιν χαιρετίζομεν τὴν εὐ­λο­γη­μέ­νην παρουσίαν πάντων ὑμῶν, τῶν τιμίων ἐκπροσώπων τῶν κατὰ τόπους ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἰς τὸ Πα­τριαρ­χικὸν τοῦτο Σταυρο­πή­γιον, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς συγκροτήσεως τῆς Β΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδό­ξου Διασκέψεως, καὶ ἀπευθύ­νο­μεν πρὸς ἕνα ἕκαστον ὑμῶν προσωπικῶς τὸν ἀδελφικὸν λό­γον τοῦ καλωσορισμοῦ.

Προβαίνοντες εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἱε­ρᾶς ταύτης συνάξεως ἡμῶν, καθηγιάσαμεν καὶ καθωσιώ­σα­μεν τὰς ἀπαρχάς της μὲ τὴν χάριν καὶ εὐλογίαν τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐν συμπροσευχῇ ὅλων ἡμῶν καὶ μετὰ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ἤδη, ἀδελφοί, δόξαν ἀναπέμποντες τῷ ἐν Τριάδι Θεῶ, ἐκ προσώ­που τοῦ Παναγιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντι­νου­πόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Δη­μη­τρίου, κηρύττο­μεν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Β΄ Προσυ­νο­δικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως καὶ ἐπικαλούμεθα ἐπ᾿ αὐτὴν τὴν ἐπίπνοιαν τοῦ παναγίου Πνεύματος.

Ἡ Διάσκεψις ἡμῶν αὕτη, ὡς Πανορθόδοξος, εἶναι ἀντι­προ­σωπευ­τικὴ καὶ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ὅλης, μιᾶς καὶ ἀδιαι­ρέτου ἁγίας Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας ἡμῶν. Ἐπίσης, ὡς Προσυνο­δική, αὕτη ἐντάσσεται, κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν ἐκκλησιολο­γί­αν, εἰς τὸν θεσμὸν τῆς συνο­δι­κό­τητος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν τῇ οἰκου­μενι­κῇ κορυφώσει του, τῆς Ἁγίας καὶ Με­γάλης Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὴν ὑψίστην αὐθεντίαν αὐτῆς.

Ἑπομένως, ἡ Διάσκεψις αὕτη εἶναι ἱερά. Οὐδεμίαν ἔχει ὁμοιότητα πρὸς τὰ κοσμικὰ συνέδρια, πολὺ δὲ περισσότερον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν πολιτικήν. Εἶναι, ἐπαναλαμβά­νομεν καὶ τονίζομεν, καθαρῶς πνευματικὴ ἐκκλησια­στικὴ σύ­να­ξις ἐν ἁγίῳ Πνεύματι συγκροτουμένη, οὐχὶ ἐκ τοῦ κόσμου τού­του ἀλλ’ ἐν τῷ κόσμῳ συνερχομένη, καὶ εἰς μαρ­τυρίαν καὶ διακονίαν πρὸς αὐτὸν ἀποσκοποῦσα, ἐντεταγμένη δὲ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Θείας Οἰκονομίας, διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, τῆς κτίσεως ὅλης.

Ἀπὸ τῆς ὀντολογικῆς ταύτης ἐπόψεως τῆς Διασκέψεως ἡμῶν, δύο εἶναι οἱ ἐν αὐτῇ συνεργοὶ παράγοντες, ὁ θεῖος καὶ ὁ ἀνθρώπινος. Ἀφ’ ἡμῶν τῶν ἐλαχίστων ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία καὶ κένωσις, ἡ καθαρὰ καρδία καὶ νόησις, ἡ ἐλευθέρα ἔκφρασις τῆς προσωπικῆς γνώμης καὶ βουλήσεως, πάντοτε βεβαίως ἐν τῇ προσπαθείᾳ μιᾶς συμφωνίας πρὸς τὸ θεῖον θέλημα, ἀπὸ τοῦ παναγίου ὅμως Πνεύματος ἡ χειραγωγία, τὸ πλή­ρωμα καὶ ἡ τελείωσις.

Λέγοντες ταῦτα οὐδὲν ἄλλο ἐπιχειροῦμεν, εἰμὴ νὰ ὑπο­μνή­σωμεν εἰς ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους τὴν πνευματικὴν συγκρό­τη­σιν καὶ διάστασιν, κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν διδασκαλίαν καὶ παράδοσιν, τῶν τοιούτων ἐκ­κλησιαστικῶν συναθροίσεων, καὶ ἑπομένως καὶ τῆς ἡμετέρας, νὰ συν­ει­δητοποιήσωμεν ἔτι πε­ρισ­σό­τερον ἕκαστος ἡμῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐντεταλμένων τὴν εὐθύνην καὶ τὸ χρέος ἡμῶν ἔναντι τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ νὰ πληροφορήσωμεν τὸν κόσμον περὶ τίνος πρόκειται.

Ἀδελφοί,

Ἡ ταπεινὴ αὐτὴ ὁμιλία κατὰ τὴν παροῦσαν ἱερὰν ὥραν τῆς ἐν Ἐκκλησίᾳ κατάρξεως τοῦ ἔργου ἡμῶν δὲν προτίθεται νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἤδη πανορθοδόξως ἀντικείμενα αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθῶμεν ἀπὸ τῆς αὔριον, ἀλλὰ περιορίζεται, εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ πρῶτον τὸν ὁμι­λοῦντα καὶ τὴν ὅλην ἀδελ­φό­τητα εἰς τὸν ἀπεριόριστον ἐκεῖνον χῶρον τοῦ πνευματικοῦ βάθους τῆς Διασκέψεως ἡμῶν. Δηλαδή, νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν προ­ε­τοι­μασίαν τῶν πνευμάτων μας, τῶν καρδιῶν μας, νὰ μᾶς φέ­ρει εἰς τὸ κλίμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ καὶ τῆς βιώσεώς του ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ νὰ λάβωμεν, ὡς πνευματικὸν σῶ­μα ὑψίστης ἐκκλησιαστικῆς ὑπευθυνότητος, καὶ ἔμπνευσιν καὶ καθοδήγησιν καὶ συνείδησιν χρέους καὶ μέτρον λόγου καὶ ἀδελφικῆς καὶ ὑπευθύνου συμπεριφορᾶς ἐπί­με­τρον.

Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ καταφεύγομεν εἰς τὰ θεῖα μηνύμα­τα, τὰ ὁποῖα κατὰ συγκυρίαν ἔρχονται πρὸς ἡμᾶς σήμερον ἐκ τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅ,τι ἐκ τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων τῆς ση­μερινῆς ΙΓ΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου καὶ ἐκ τοῦ σημερινοῦ ἑορτολογίου. Τὰ κείμενα ταῦτα καὶ τὸ συνα­ξά­ριον μᾶς προσφέρουν τρία σημεῖα πρὸς πνευματικὴν θεω­ρί­αν καὶ στοχασμόν, ἀλλὰ καὶ μᾶς διδάσκουν καὶ μᾶς καθοδη­γοῦν. Ταῦτα δὲ προέρχονται: πρῶτον, ἐκ τῆς παραβολῆς τῆς ἀ­μπέ­λου καὶ τῶν γεωργῶν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἡμέρας, δεύτε­ρον, ἐκ τῆς παραγγελίας καὶ προτροπῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύ­λου, ποὺ ἠκούσαμεν εἰς τὴν σημερινὴν ἀποστολικὴν περικο­πήν, καί, τρίτον, ἐκ τοῦ σήμερον ἑορταζομένου Ζαχαρίου τοῦ Προ­φήτου, πατρὸς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Ναί, ἡ περίπτωσις τοῦ ἱερέως Προφήτου Ζαχαρίου, τοῦ πατρὸς τοῦ Προδρόμου, ἐπικαίρως ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπομνήσῃ καὶ νὰ μᾶς κηρύξῃ, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου προχωρεῖ καὶ πραγματοποιεῖται, παρ’ ὅλα τὰ ἀντίθετα φαινόμενα, παρὰ τὴν ἀδυ­να­μίαν καὶ πολλάκις παρὰ τὴν ἐξ αὐτῆς ἀντίδρασιν ἢ ἀκόμη καὶ ἀπιστίαν τῶν ὀργάνων ἐκείνων ποὺ ἐτάχθησαν νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πραγμάτωσιν τοῦ θείου σχεδίου· ὅτι ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ ὁδεύει καὶ προοδεύει πολλάκις μὲ τὴν χρῆσιν τρόπων καὶ μέσων καὶ νόμων, ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν γνῶ­σιν, τὴν νόησιν καὶ τὴν ὅρασίν μας, μὲ τὴν θείαν μέθοδον τοῦ παραδόξου. Ἀντιμέτωπος τοῦ παραδό­ξου εὑρέθη ὁ Ζαχαρίας εἰς τὸ ἔνδον τοῦ ναοῦ, λειτουργῶν τὸ θυσιαστήριον τοῦ θυμιάματος ἐνώπιον τοῦ δεξιόθεν ἑστῶ­τος Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Αἰφνιδιασμένος ἤκουσε τὸν λόγον τῆς ἀπο­καλύψεως, τὸν λόγον τοῦ σχεδίου καὶ ἐθαύμασε, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐβάστασε καὶ ἐκλονίσθη καὶ ἐδυσπίστησε. Καὶ ὕψωσε καὶ ἀ­ντέ­ταξε τὸν λόγον τῆς ἀπορίας, τῆς ἀνθρωπίνης λογικῆς, τὸν λόγον τῶν γνωστῶν εἰς τοὺς ἀν­θρώπους νόμων τῆς φύσεως. Καί, λοιπόν, ἡ πορεία τοῦ σχεδίου ἀνεχαι­τίσθη; Κάθε ἄλλο. Τό­τε ὑψώθη ὁ ἀποφασιστικὸς ἀντίλογος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ: «καὶ ἰδοῦ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι» (Λουκ. 1.20).

Προκειμένου νὰ ἀναχαιτισθοῦν οἱ ἀνασταλτικοὶ ἰδικοί μας δι­σταγ­μοί, ἡ ὀλιγοπιστία μας, οἱ μικροὶ ὑπολογισμοί μας, ἡ δειλία μας, καὶ νὰ προωθηθῇ τὸ θεῖον σχέδιον, τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ σο­φία καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἠμπορεῖ τὴν στιγμὴν ποὺ ἡμεῖς νομί­ζο­μεν ὅτι εἶναι ἀπαραί­τη­τος ὁ λόγος, ἀντὶ τοῦ λόγου τοῦ ἀρνητικοῦ, τοῦ ἀντιδραστικοῦ, τοῦ κενοῦ, νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν σιωπήν μας, καὶ διὰ τῆς σιω­πῆς νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν οὐσίαν. Καὶ ὄχι μόνον τὴν σιωπήν, ἀλλ’ ἀ­κόμη καὶ τὴν κωφότητα ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ νὰ χρησι­μο­πoιήσῃ ὁ Θεὸς διὰ νὰ προφυλάξῃ τὴν ἀκοήν μας κατὰ τρόπον ὀδυσσειακὸν ἀπὸ τὸν σαγηνευτικὸν ψίθυρον τοῦ πειρασμοῦ τῆς ἐρήμου. Διότι, ὄχι μόνον ἄλαλος ἀλλὰ καὶ κωφὸς ἔμεινεν ὁ Ζα­χα­ρίας μέχρι τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου τοῦ Χριστοῦ: «καὶ διέμεινε κωφός» (Λουκ. 1.22).

Καὶ οὕτω, προβάλλει ἐνώπιον τῆς προδρομικῆς ταύτης πα­νορ­θο­δόξου Συνάξεώς μας ὁ ἑορταζόμενος Προφήτης Ζαχα­ρίας, ὁ πατὴρ τοῦ Προδρόμου, νὰ μᾶς ὑπομνήσῃ ὅτι καὶ ἡ σιωπὴ καὶ ἡ κωφότης, κατὰ θείαν οἰκονομίαν, εἰς ὡρισμένας στιγμὰς γίνονται συνεργοί, ὥστε νὰ λαληθῇ καὶ νὰ γίνῃ ἀκουστὸς κα­θαρὸς μόνον ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

Καὶ μετὰ τὸν Ζαχαρίαν ἔρχεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μέσῳ τῆς Κορίνθου, νὰ μᾶς ἀπευθύνῃ τὴν ἐπίκαιρον παραγγε­λί­αν καὶ προτροπήν του: «Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀν­δρί­ζεσθε, κραταιοῦσθε. Πάν­τα ἡμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α΄ Κορ. 16.13-14). Μᾶς παραγγέλλει νὰ μέ­νω­μεν ἄγρυπνοι. Καὶ μᾶς με­ταφέρει ἀμέσως εἰς τὸν ἐν Γεθσημανῇ ὅ­μοιον καὶ συμπλη­ρω­ματικὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ἐκεῖνον τὸν περίφημον «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Ματθ. 26.41).

Ἔχομεν, λοιπόν, τὴν παραγγελίαν καὶ τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Παύ­λου νὰ γρηγορῶμεν ὡσὰν ἄγρυπνοι φρουροί. Ἡ προ­τρο­πὴ ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους, ἰδιαιτέρως ὅμως ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐξ ἡμῶν ἐπισκόπους, διότι καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ λέξις ἐπί­σκο­πος καὶ ἡ ἔννοιά της εἶναι ταυτόσημοι πρὸς ἐκείνας τοῦ γρη­γο­ροῦντος, τοῦ ἀγρύπνου φρουροῦ ποὺ ἐπισκοπεῖ ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τοῦ φυλακίου, καὶ διότι μείζονα ἔχομεν εὐθύνην οἱ ἐπί­σκο­ποι. Ἄλλωστε τό «γρηγορεῖτε» τοῦ Κυρίου ἀπηυθύνθη πρὸς τοὺς Ἀπο­στόλους κατὰ τὴν ἀκραίαν στιγμὴν τῆς κρίσεως καὶ τοῦ πάθους.

Ἐπαγρύπνησις, λοιπόν, ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἐπὶ τοῦ ἔργου μας, ἐπὶ τῆς εὐθύνης μας, ἐπὶ τῆς πραγματικότητος τοῦ ἀνθρώ­που, ἐπὶ τοῦ πειρασμοῦ. Καὶ ὄχι μόνον ἐπαγρύπνησις, ἀλλὰ καὶ προσευχή: «καὶ προσεύχεσθε» (Ματθ. 26.41). Θὰ ἔλεγον, καὶ νο­ε­ρὰ προσευχὴ κατὰ τὰς ὥρας τῶν διαβουλεύσεων, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης μας καὶ τῆς λήψεως τῶν ἀποφάσεών μας. Διὰ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς πειρασμόν. Διότι εἴ­ναι ἀναπόφευκτον, καὶ θὰ ἔλθουν οἱ πειρασμοί. Ὄχι δὲ ἀτέ­χνως, ἀλλ’ ἐντέχνως, «κατὰ τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Ἐφ. 6.11). Κατὰ τάς πονηροτάτας ταύτας μεθοδείας, εἶναι ἑπόμενον νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον ἡμῶν οἱ πειρασμοὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς περι­σκέ­ψεως, τῆς συνέσεως, τῆς προασπίσεως ὄχι τῆς δυνα­μι­κῆς παραδόσεως, ἀλλὰ τῆς στατικῆς συντηρήσεως, ἢ, πάλιν, τῆς προασπίσεως ὁμαδικῶν ἢ τοπικῶν συμφερόντων καὶ ἐξυ­πη­ρε­τήσεως σπουδαίων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κόσμου ἐρχομένων ἢ ἐπι­βαλ­λο­μένων λόγων, ἢ καὶ ἀκόμη, πειρασμοῦ προερχομένου ἐξ ὑποσυνειδήτων ἐλατηρίων αὐταρκείας καὶ αὐταρε­σκείας, ἢ καὶ πνευματικῆς ὀκνηρίας καὶ ἀτολμίας καὶ δειλίας, ἢ διατί ὄχι, ὑπὸ τὸν ψυχολογικὸν αὐτοματισμὸν τῆς διασφαλίσεως καὶ ἐπι­διώξεως προσωπικῶν σκοπιμοτήτων καὶ συμφερόντων.

Ἀλλ᾿ ἔτι περαιτέρω, πειρασμοὶ ἀσφαλῶς θὰ ἔλθουν καὶ ὑπὸ τὸ ἄλλο ἔνδυμα, τοῦ νὰ ἀρέσωμεν εἰς τὸν κόσμον, ὑπὸ τὸ πρό­σχημα τῆς φιλελευθέρας, ἐκσυγχρονισμένης καὶ προοδευ­τικῆς τοποθετήσεως, μέ­χρι τῆς ἀπάτης τῆς λαοκρατίας καὶ τῆς ἀπό-χριστοποιήσεως τῆς Ἐκκλη­σίας. Ταῦτα πάντα λέγονται ὄχι ἀπὸ θεωρίας, οὔτε ὑπὸ τύπον κηρύγ­ματος, ἀλλὰ προέρχονται καὶ ἀπὸ ἁγιογραφικὰς προειδοποιήσεις καὶ ἀπὸ ἀποστολικά, πα­τε­ρικὰ καὶ μοναστικὰ βιώματα καὶ ἀπὸ τὴν συνεχῆ ἱστορι­κὴν ἐμπειρίαν τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Καὶ πάντα τὰ λεχθέντα συγκεφαλαιοῦνται εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔστω εἰς γνῶσιν πάντων ἡμῶν: ὅτι ἀόρατος καὶ αὐτό­κλητος σύνεδρος τῆς ἀρχομένης Διασκέψεώς μας θὰ εἶναι ὁ πα­τὴρ τῶν πειρασμῶν, ὁ Ἑωσφό­ρος, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν πλέον ἀπατηλὴν ἐμφάνισιν καὶ παρουσίαν, ἐκείνην τοῦ ἀγγέλου τοῦ φωτός.

Διότι αἱ πνευματικαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ συναθροίσεις εἶναι ὁ προσφιλής του χῶρος. Εἰς τοὺς χώρους αὐτοὺς δίδει τὴν πλέον ἀποφα­σι­στικὴν μάχην. Καὶ τότε, ὁ Ἑωσφόρος εἰς ὑπέρ­τα­τον βαθμὸν ἡδονίζεται καὶ θριαμβεύει, ὅταν ἐκ τοιούτων χώ­ρων καὶ ἐκ τοιούτων συναθροίσεων, συνερχομένων ἐν τῷ ὀνο­ματι τοῦ Χριστοῦ, ἀποσπᾷ διὰ τῶν πειρασμῶν του πρὸς ἑαυτὸν τοὺς ἐνδιδόντας, προσφέρων ἐν τέλει εἰς αὐτοὺς τὴν τραγικὴν ψευδαίσθησιν ὅτι προσεχώρησαν ὑπὲρ Χριστοῦ καὶ τῆς Ὀρθο­δο­ξίας.

Τὴν προειδοποίησιν ταύτην ἔκαμα καὶ εἰς προηγουμένας Πανορ­θο­­δόξους Διασκέψεις.

Λοιπόν, ἂς γρηγορῶμεν καὶ ἂς προσευχώμεθα.

Καὶ ἐπανέρχεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ συνεχίζει τὴν παραγ­γελίαν του: «στήκετε ἐν τῇ πίστει». Μᾶς λέγει, νὰ μένω­μεν στέρεοι καὶ ὄρθιοι εἰς τὴν πίστιν. Τοῦτο εἶναι τὸ κεφά­λαιον τῆς Διασκέψεως ἡμῶν, ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν ὀρθόδοξον χρι­στια­νικὴν πίστιν μας καὶ ἡ προσφορὰ μαρτυρίας ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ μάλιστα, θὰ προσέθετον, ἐμμονὴ καὶ μαρ­τυρία τῆς πίστεώς μας, ὡς παρέδωκαν αὐτὴν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Κυρίου οἱ Ἀπό­στο­λοι καὶ οἱ Πατέρες καὶ οἱ Διδάσκαλοι καὶ αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνο­δοι καὶ τὸ ἄχρι τοῦ νῦν βίωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι ἡ ὀρθόδοξος ἡμῶν παράδοσις.

Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην εἶναι αὐτονόητον, ὅτι, ὅλοι οἱ συμμετέ­χοντες εἰς τὴν Πανορθόδοξον ταύτην Διάσκεψιν, κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἶναι φρουροὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστε­ως. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύ­ναται νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ καυχηθῇ, ὅτι εἶναι ὀρθοδοξώτερος τοῦ ἄλ­λου, καὶ νὰ ὀνειδίσῃ τὸν ἀδελφόν του διὰ ὑποτονισμὸν καὶ ὑποβάθ­μι­σιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τοιοῦ­τος φαρισαϊσμὸς δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον χῶρον. Ποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ εἴπῃ: «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώ­πων» (Λουκ. 18.11), ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν συνέδρων; Ὅμως, πά­λιν ὀφεί­λομεν νὰ προσέξωμεν τὴν ἀποστολικὴν ταύτην παραγ­γελίαν πρὸς ἐνί­σχυσίν μας εἰς τὴν ἐμμονὴν ἐν τῇ πίστει.

Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν πίστιν. Χρειάζεται καὶ ἡ προά­σπι­σίς της. Καὶ μάλιστα ἐκεῖ ὅπου ἀπειλεῖται ἀπὸ τὸ ἄ­θε­ον καὶ ἄπιστον περιβάλλον, ἀπὸ τὴν ὠργανωμένην ἀντιχρι­στι­α­νικὴν ἐκστρατείαν ἢ ἀπὸ τὸ κῦμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ ἐν γένει ἀπὸ τὴν κάθε ἰδεολογίαν καὶ κίνησιν καὶ ὑπάρχουν τόσαι εἰς τὴν ἐποχήν μας ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ ἀλ­λοιώ­σουν τὸν Χριστια­νι­σμόν, τοποθετοῦσαι αὐτὸν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν διαφόρων ἰδεολογικῶν, κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν σχημάτων, ποὺ κατα­λή­γουν εἰς τὴν κατάληξιν -ισμός.

Διὰ τοῦτο καὶ ἐπιφέρει ἀμέσως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τό «ἀνδρί­ζε­σθε, κραταιοῦσθε». Δηλαδὴ μᾶς παραγγέλλει, εἰς τὸ θέμα τῆς προα­σπί­σεως τῆς πίστεως καὶ φυσικὰ ἐξυπονοείται, ἐν περιπτώσει ἀληθινοῦ καὶ πραγματικοῦ κινδύνου τῆς πίστε­ως, καὶ ὄχι πλασματικῆς κινδυνο­λογίας, νὰ ἀναπτύξωμεν ἀν­δρι­κὴν ἀγωνιστικότητα, ποὺ σημαίνει ἔντι­μον μαχητικότητα, καὶ οὐχὶ ἐν φαινομένῳ ἀμύντορος καὶ φρυκτωροῦ οὐσιαστικὴν φυγομαχίαν. Μαχητικότητα μὲ δύναμιν καὶ θάρρος.

Καὶ εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην παραγγελίαν ὁ Παῦλος ἐ­πι­λέγει τὴν κορωνίδα τῶν προτροπῶν του καὶ μᾶς προσφέρει τὴν σπονδυλικὴν στήλην τῆς πνευματικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ὑποστάσεως καὶ τοῦ ζωη­φό­ρου προορισμοῦ τῆς Διασκέψεώς μας, ἤτοι τὴν ἀγάπην: «πάντα ἡμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω».

Ὁ λέγων τοῦτο εἶναι ὁ ἴδιος Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ΙΓ΄ κεφάλαιον τῆς ἰδίας Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς του ἀνα­πτύσ­σει τὴν ἐν τῇ θείᾳ ἀποκαλύψει σωτηριολογικὴν σημασίαν τῆς ἀγάπης καὶ τὴν τοποθετεῖ ὑπεράνω καὶ τῆς προφητείας καὶ τῆς πίστεως καὶ τῆς αὐτο­θυσίας καὶ τῆς ἐλπίδος (πρβλ. Α΄ Κορ. 13.1-13).

Ἡ κατακλεὶς αὕτη τῆς παυλικῆς παραγγελίας καὶ προτρο­πῆς εἶναι πράγματι τὸ σπουδαιότερον μήνυμα ποὺ χρειαζόμε­θα. Καὶ τὸ χρειαζόμεθα ὡς τὸ περισσότερον λησμονούμενον.

Διότι, ἐὰν ὅλα τὰ ἄλλα ἀπὸ ἀπόψεως συγκροτήσεως καὶ λει­τουρ­γίας τῆς Διασκέψεώς μας εἶναι τέλεια, ἐὰν ὅλαι αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἀπόψεις ποὺ θὰ διατυπωθοῦν κατ’ αὐτὴν εἶναι λογικῶς καὶ φιλοσοφικῶς καὶ θεολογικῶς, καὶ δὴ καὶ ἐκκλησιο­λογικῶς, καὶ ἀπὸ πάσης ἄλλης ἀπόψεως ἀκαδημαϊκῶς ἄρτια, ὅμως ἐὰν ἀγάπη δὲν ὑπάρχει, κινδυνεύο­μεν νὰ μεταβληθῶμεν εἰς χαλκὸν ἠχοῦντα καὶ κύμβαλον ἀλαλάζον.

Διὰ τοῦτο προτρεπόμεθα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολον, ὅλα ὅσα θὰ σκε­φθῶ­μεν, θὰ διαβουλευθῶμεν, θὰ ἀποφασίσωμεν καὶ θὰ τε­λέ­σωμεν ὡς πράξεις ἐκκλησιαστικάς, νὰ γίνουν ἐν ἀγάπῃ. Διό­τι ὅταν προσέξωμεν, βλέπομεν, ὅτι ὁ Παῦλος δὲν ὁρίζει, δὲν προσδιορίζει τὸ τί πρέπει νὰ γίνῃ ἐν ἀγάπῃ, ἀλλὰ λέγει μὲ σα­φήνειαν καὶ κατηγορηματικότητα: «πάντα ἡμῶν ἐν ἀγάπῃ γι­νέ­σθω». Τὰ πάντα ἐν ἀγάπῃ.

Λοιπόν, αὐτὴ εἶναι ἡ λυδία λίθος τῆς Διασκέψεώς μας, ἡ ἀγάπη. Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεόν, ἀγάπη πρὸς ἀλλήλους, ἀγάπη πρὸς τὸν ἔξω τοῦ ναοῦ τούτου ἐπαίτην τῆς ἀγάπης τῆς Ἐκκλη­σίας σύγχρονον ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θε­ός, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πι­στεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3.16).

Μετὰ τὸν Ζαχαρίαν καὶ τὸν Παῦλον, τὸ τελευταῖον καὶ σπουδαιό­τερον μήνυμα μᾶς ἔρχεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν Κύριόν μας, μέσῳ τῆς περὶ ἀμπέλου καὶ γεωργῶν παραβολῆς Του, ποὺ ἠ­κούσαμεν κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν.

Πρὸς τὴν ἄμπελον παρωμοιώθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἡ Ἐκκλη­σία. Τὴν ἄμπελον, τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν φυτεύει ὁ Κύριος. Ἀλλὰ δὲν τὴν ἀφήνει ἄφρακτον. Ὡς οἰκοδεσπότης, καὶ πύργον οἰκο­δο­μεῖ καὶ μὲ φραγμὸν τὴν περιβάλλει. Τὴν καλλιέργειαν, τὴν πε­ριποίησιν καὶ τὴν καρποφορίαν τῆς ἀμπέλου τὴν ἐμπιστεύ­ε­ται εἰς γεωργούς.

Ἡ παραβολὴ ἐνδεικτικῶς ἀναφέρει, πρὸς προειδοποίησιν, τὴν πε­ρί­πτωσιν τῶν γεωργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὸν πύρ­γον, οὔτε τὸν φραγ­μόν, οὔτε τὸν οἰκοδεσπότην, τέλος, καὶ τοὺς ἀπεσταλμένους αὐτοῦ ἐσεβάσθησαν. Ἀλλὰ κυρίως ζητεῖ καὶ ἄρ­χεται, νὰ μᾶς διδάξει τὸ γεγονὸς ὅτι ἂν οἱ ἀμπελουργοί, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἐνεπιστεύθη τὴν ἄμπε­λόν Του καὶ τὴν καλ­λιέργειαν καὶ τὴν καρποφορίαν της, δὲν ὑπῆρξαν οἱ ἄξιοι τῆς θείας προσφορᾶς καὶ ἐμπιστοσύνης, ὅμως ἐξ αἰτίας αὐτῶν δὲν πρόκειται νὰ ἀφεθῇ εἰς ἐγκατάλειψιν καὶ μαρασμὸν ἡ ἄ­μπε­λος. Ἐὰν οἱ γεωργοὶ ἀποδειχθοῦν κακοί, τότε θὰ ἐπέμβῃ ὁ Κύριος οἰκοδεσπότης τοῦ ἀμπελῶνος, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν πύργον θὰ στηρίξῃ καὶ τὸν φραγμὸν θὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὸν ἀμπελῶνα θὰ φυλάξῃ καὶ αὐτὸς θὰ καρποφορήσῃ, διότι θὰ τὸν ἐκδώσῃ εἰς ἄλλους γεωργούς: «καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωρ­γοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν» (Ματθ. 21.41).

Ἀδελφοί,

Ἐδῶ, ὡς εἶναι καὶ ὡς τὸ πιστεύω, εὑρισκόμεθα ὡς ἐντεταλ­μένοι τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν ἡμῶν, ἀλλὰ συγχρόνως, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην, καὶ ὡς κεκλημένοι ὑπὸ τοῦ Κυρίου γεωρ­γοῦ τοῦ ἀμπελῶνος Του εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Ὁ ἀμπε­λὼν ὑπάρχει, καὶ θὰ ὑπάρχῃ, καὶ ὁ πύργος καὶ ὁ φραγμός. Τὸ ὅλον θέμα ἐν τῇ κατακλεῖδι τοῦ λόγου τού­του εἶναι τί εἴδους γε­ωργοὶ θὰ εἴμεθα. Εὔχομαι νὰ ἀποβῶμεν οἱ καλοὶ γεωργοὶ τῆς ἀμπέλου. Καὶ πρὸς τοῦτο ἀπευθύνομαι εἰς τὸν φυτουργὸν καὶ Κύριον τῆς ἀμπέλου, ὅπως ἀπευθυνόμεθα εἰς ἑκάστην δι’ ἐπι­σκόπου ἐν Εὐχαριστίᾳ λειτουργίαν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκ­κλη­σίας, καὶ λέγω μεθ’ ὑμῶν: «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐ­ρα­νοῦ καὶ ἴδε, καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην, καὶ κατάρ­τισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά Σου».

Αὐτῷ τῷ φυτουργῷ καὶ Κυρίῳ τῆς Ἐκκλησίας, δόξα καὶ τιμὴ καὶ προσκύνησις ἐν αὐτῇ, σὺν τῷ Πατρί, τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

[Κατακλείων τὰς ἐργασίας τῆς Διασκέψεως, ὁ Σεβ. Πρόεδρος ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς συμμε­τα­σχόντας εἰς αὐτὰς ὁμιλίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐπεχείρησε γενικὴν ἀξιολόγησιν τοῦ ὑπ᾿ αὐτῆς ἐπιτελεσθέντος ἔργου. Εἶπε μετα­ξὺ ἄλλων:]

«Ἐδῶ, ὡς ἐκ τῶν συζητήσεών μας προκύπτει, ἀνεκα­λύ­­ψαμεν ἐν τέλει ὅτι δὲν εἴμεθα ἀκόμη ἕτοιμοι νὰ λύσωμεν τὰ προβλήματα τῶν ἄλλων, διότι οὔτε αὐτὰ καλῶς τὰ γνωρίζομεν, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔχομεν ἤδη λύσει τοὺς ἡμετέρους προ­βληματι­σμούς, μάλιστα δὲ καὶ ὅτι εὑρισκό­με­θα εἰσέτι ἐν πολλοῖς εἰς τὴν κατάστασιν τῆς εὐδαιμονικῆς ἀταραξίας καὶ μακαριότητος τῆς ἁγίας κληρονομίας τῶν Πατέρων, ἤτοι τῶν ὄντως προ­βλη­μα­τισθέντων, τῶν ὄντως μέχρι μαρτυρίου καὶ θα­νάτου ἀντιμε­τω­­­πι­σάντων τὰς ἀντιπνευματικὰς καταστάσεις τῶν ἐποχῶν των.

Κατελήξαμεν εἰς τὴν διαπίστωσιν καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύ­την μετ’ ὠ­­δίνων. Δὲν ὑπάρχει τοκετὸς ἄνευ ὠδίνων. Καὶ διήλ­θο­μεν, λοιπόν, διὰ μέσου δοκιμασίας, μέχρις οὗ καταλήξωμεν εἰς τὴν διαπίστωσιν, εἰς τὴν αὐτογνωσίαν, ἤτοι τὴν κεφαλαιώδη ἀπαρχὴν τῆς ἀναγεννήσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ Διά­σκε­ψις ἡμῶν εἶναι καὶ δύναται νὰ καταγραφῇ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἐξελίξεως τῶν καθ’ ἡμᾶς πανορθοδόξων πραγμάτων ὡς καμπὴ ὄντως ἱστορική»…

Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής

Η μεγάλη, αλλά άγνωστη στους πολλούς, δεσποτική εορτή της Με­σο­πεντηκοστής, σχετίζεται με την παρελθού­σα Κυριακή του Παραλύτου, αλλά και τις δύο επόμενες, της Σαμαρείτιδος και του Τυφλού. Λέει ο καθηγητής Ιωάννης Φουντούλης: «Μεταξὺ τῶν τριῶν αὐτῶν ἑορτῶν τῶν μέσων Κυ­ρια­κῶν τοῦ Πεντηκοσταρίου ὑπάρχει κάποια ἐσωτερικὴ σχέ­σις, γι’ αὐτὸ καὶ εἰδι­κὼς ἐκλέγονται γιὰ τὶς ἡμέρες αὐτές. Πιθανὸν εἶναι ἐκείνη ποὺ ὑπαινίσσεται τὸ συναξάριο τῆς Κυ­­ρι­ακῆς τοῦ Τυφλοῦ, τὸ ὅτι τὰ θαύματα ποὺ ἑορτάζουμε διε­πράχθησαν «ἐξ ὑγροῦ». Πράγματι τὸ πρῶτο, ἡ θε­ρα­πεία τοῦ παραλύτου, γίνεται στὴν κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδά. Στὴν δευτέρα περίπτωσι ἡ συνά­ντησις τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Σα­μαρείτιδα γίνεται κο­ντὰ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ στὴν Σαμάρεια. Ὁ Κύριος ζητεῖ νὰ πιῇ ὕδωρ καὶ ὑπόσχεται νὰ δώσῃ στὴν Σαμαρείτιδα τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, τὸ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον. Καὶ τὸ τρίτο θαῦμα γίνεται μὲ τὸ πτύ­σμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ τυφλὸς στέλνεται γιὰ νὰ νι­φθῇ στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, «καὶ νι­ψά­μενος ἀνέβλεψε». Ἡ συ­σχέ­τισις τῶν περικο­πῶν αὐτῶν πρὸς τὴν ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, ποὺ ἑορ­τάζομε στὴν 25η ἡμέρα ἀπὸ τὸ Πάσχα, εἶναι προφανής. Σ’ αὐτὴν ὁ Κύριος ἐγκωμιάζεται ὠς δι­δάσκαλος, ὡς ἔχων τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, ποὺ ποτίζει τὴν δι­ψῶσα ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου».

Το θέμα της Μεσοπεντηκοστής δεν αποτελεί γεγονός της ευαγγελικής ιστο­ρί­ας, αλλά εί­ναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό· θα λέγαμε δηλαδή ότι είναι μια «τεχ­νητή» εορτή. Η Μεσο­πε­ν­τη­κοστή τέμνει στο μέσον τις πε­νήν­τα μετά το Πάσχα εορτά­σι­μες ημέρες, συνδυάζοντας ταυτόχρονα θέμα­τα του Πάσχα και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος και «προ­φαίνει» την δόξα της Αναλή­ψεως του Κυρίου.

Αυτό ακριβώς το μέσον των πενήντα η­μερών και το ε­βραϊ­κό επίθετο του Κυρίου «Μεσσίας», που ενώ ση­μαίνει Χριστός, ηχητικά παρα­πέμπει στη λέξη μέσον, μεσίτης (Θε­οῦ καὶ ἀνθρώπων ὁ Χριστός) είναι οι βα­σι­κοί άξονες γύρω από τους οποί­ους δομείται η εορτή της Μεσοπεντη­κοστής. Στην παρε­τυμολο­γία της λέ­ξεως Μεσοπεντηκοστή συντελεί και η ευαγγελική περικοπή από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (7,14-30) της οποίας η αρχή είναι «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης».

Κατ’ αυτήν την εορτή, ο Κύριος παρου­σιά­ζε­ται ως ο κατεξοχήν διδά­σκα­­λος, η Σοφία του Λόγου του Θεού και η πηγή του ακενώτου ύδατος. Για τον λόγο αυτό κατά την Μεσοπεντηκοστή πανη­γύριζε ο ναός της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, η Μεγάλη Εκκλησία.

Πώς εἶναι ἕνας (ἐν ζωῇ) ἅγιος;

(μὲ ἀφορμὴ δυὸ συναντήσεις μὲ τὴν γερόντισσα Γαλακτία)

Ἕνας ἅγιος δὲν εἶναι παρὰ ἕνας εὐτυχισμένος, χαρούμενος ἄνθρωπος, στὸν ὁποῖον ἡ ἐκδήλωση τῆς χαρᾶς ἢ τῆς εὐτυχίας εἶναι εὐθέως ἀνάλογη τοῦ χαρακτῆρος καθενός.

Εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποίοι γεμίζουν χαρὰ καὶ βεβαιότητα πίστεως, ὅλους ὅσοι τοὺς προσεγγίζουν.

Δὲν ἔχουν ὅλοι οἱ ἅγιοι χάρισμα προφητείας ἢ διοράσεως κ.λπ. Καθένας ἀνάλογα μὲ τὸν χαρακτῆρα πάντα καὶ τὴν ἀποστολὴ, ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε ἄνωθεν.

Εἶναι ἄνθρωποι μεγάλης ἀγάπης -ποὺ δὲν εἶναι συναίσθημα, ἀλλὰ χάρισμα τοῦ ἁγίου Πνεύματος… Πονοῦν τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν ἀποπαίρνουν κανέναν, ἰδίως τοὺς πολλὰ ἁμαρτήσαντας. Ἀντίθετα, μὲ ὡραῖο τρόπο χειραγωγοῦν πρὸς τὴν μετάνοια.

Μέσῳ τους μιλάει ὁ Θεός, ὅσο ἀντέχει αὐτὸς ποὺ τοὺς πλησιάζει…

Εἶναι διακριτικοί. Ποτὲ δὲν θίγουν καὶ δὲν ἀποκαλύπτουν πράγματα ποὺ θὰ κάνουν κάποιον νὰ ντραπεῖ ἢ νὰ ἐκτεθεῖ. Μόνο ὑποκριτὲς ἢ θεομπαῖχτες μπορεῖ νὰ ξεμπροστιάσουν ἢ νὰ εἶναι πολὺ αὐστηροὶ μαζί τους.

Σὲ κάθε περίπτωση ὁ ἅγιος γεμίζει μὲ ἐλπίδα, ὅλους ὅσοι τὸν πλησιάζουν. Ἀποδεικνύει μὲ τὸ βίωμά του, ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστιν» καὶ «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».

Ἂν κάποιος δὲν ζητᾶ τὴν ἀλήθεια στὴ ζωή του, δὲν τοῦ μιλάνε μήτε τὸν συμβουλεύουν. Σιωποῦν εὐγενικά.

Ὁ ἅγιος δὲν εἶναι θαυματοποιός. Δὲν εἶναι ἐπιδειξίας τῆς ἀρετῆς του μήτε δικηγόρος τοῦ Θεοῦ. Ἀσχολεῖται μαζί σου στὸ μέτρο ποὺ θέλεις τὴν Ἀλήθεια στὴ ζωή σου καὶ στὸ βαθμὸ ποὺ μετανοεῖς.

Καὶ κάτι τελευταῖο: εἶναι μεγάλη εὐθύνη νὰ πᾶς νὰ συναντῆσεις ἕναν ἅγιο.

Ἔχεις εὐθύνη γιὰ τὸ πὼς θὰ προχωρήσει ἡ ζωή σου ἀπὸ ’κεῖ καὶ πέρα… Θὰ δώσεις λόγο, ἂν δὲν ἐκμεταλλευτεῖς τὴ συμβουλή του.

Θὰ ἀπολογηθεῖς, ἂν παραμελήσεις τὴν μετάνοιά σου, γιατί «συνάντησες τὸν Κύριο», γεύθηκες τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι μεγάλη ἀπόφαση νὰ πᾶς νὰ συναντήσεις ἕναν ἅγιο.

Σὲ κάθε περίπτωση ἡ ζωή σου δὲν θὰ εἶναι ΠΟΤΕ, ὅπως ἦταν πριν συναντήσεις τὴν ἁγιότητα.

Α! Καὶ μὴ σκανδαλιστεῖ κανεὶς βλέποντας τὸν ἅγιο νὰ ἀστειεύεται, νὰ πειράζει, νὰ γελᾶ. Πολὺ ἁπλὰ, διότι ὁ ἅγιος εἶναι πάνω απ᾿ ὅλα ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Ὁ ἰδανικὸς ἄνθρωπος μὲ τὸν χαρακτῆρα του, χωρὶς ὅμως τὴν διάθεση νὰ στενοχωρήσει τὸν Κύριο εἴτε μὲ λογισμὸ εἴτε μὲ λόγο εἴτε μὲ πράξη…

Μνημεῖο ἑλληνικῆς γλώσσας

Εὐχαριστήριον Γράμμα

Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (2012)

ἐπὶ τῇ ἐπισήμῳ ἐπισκέψει τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου

 κ.κ. Βαρθολομαίου εἰς Πρέβεζαν (Μάϊος 1999)

Τῇ Αὐτοῦ Θειοτάτῃ Παναγιότητι

τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ κ.κ. Βαρθολομαίῳ

Παναγιώτατε Δέσποτα,

Ἀγάπη μὲν καὶ τιμή, καθ᾿ ἅ κελεύει Θεός, πᾶσιν ἐποφείλεται· ἰδίᾳ δὲ καὶ ἐπὶ μᾶλλον, πατρᾶσι πρέπει τοῖς ἐν Χριστῷ καὶ πνευματικοῖς· καὶ δὴ καὶ τοῖς ἱερωσύνης χαρίσμασι κεκοσμημένοις τοῖς ὑπεραναβεβη­κόσιν· ὧν, τί ἂν μεῖζον κληθείη ἢ εὑρεθείη τοῦ τῇ Ὑμετέρᾳ τιμιωτάτῃ καὶ κορυφαίᾳ ἱερωσύνης ἀκρότητι προσγενομένου; ἐπινεύσει γάρ τινι θεϊκῇ, καθ᾿ ἃ ταῖς Ἐκκλησίαις Χριστοῦ τὸ Πνεῦμα παρηγγυήσατο τὸ ἅγιον, πατέρες τίμιοι τὸ τῆς νοητῆς Σοι ὀλκάδος παρακατέθεντο σκάφος, ὡς καλῶς ἐν κύμασι σφοδροῖς θαλάσσης μαινόμενης καὶ πέτραις συμπληγάσιν ἀκροτόμοις πηδαλιουχεῖν εἰδότι· καὶ οὐριοδρομεῖν ἐν χειμώνι χαλεπῷ εὐπετῶς παρασκευάζοντι· καὶ τὰ διεστῶτα εἰς ἓν συνάπτειν καὶ τὰ ἀλλήλοις μαχόμενα εἰρηνεύειν νουθετοῦντι, τῆς ταπεινώσεως ὑπόδειγμα καὶ ὑπογραμμὸν ἑαυτὸν παρέχειν χριστομιμήτως φιλοτιμουμένῳ· καὶ τὰ Θεῷ οἰκεῖα μᾶλλον προθυμεῖσθαι τῷ τῆς ἀγάπης συνδέσμῳ ἐπὶ πλέον συσφίγγεσθαι, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ, ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρός.

Ἀποστολικῇ δὲ καρδίᾳ κομῶν, Θεοτίμητε Δέσποτα, μέχρι καὶ τῶν ἐλαχί­στων ἐξελήλυθας ὀρέων νοητῶν καὶ Θεοῦ νησίδων σμικρῶν ἐπιστηρίξαι προμηθούμενος τῇ τοῦ λόγου Σου βακτηρίᾳ καὶ τῇ Σῇ πατριαρχικῇ εὐλογίᾳ τούς τε ἐκεῖ πίστει παροικοῦντας καὶ τοὺς ταύτῃ ὑστερουμένους. Καὶ λοιπὸν πρὸς ἡμᾶς ἐν Νικοπόλει-Πρεβέζῃ ἐπιστὰς σὺν τοῖς σεπτοῖς καὶ Θεῷ καὶ τῷ Χριστῷ Αὑτοῦ τιμίοις ἀγγέλοις, Χρυσοστόμῳ τε τῷ σοφωτάτῳ καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ Ἰωακεὶμ καὶ Ἱερεμίᾳ καὶ Ἰωάννῃ καὶ Νεκταρίῳ καὶ Μελίτωνι, τοῖς παναιδεσίμοις καὶ Ἐκκλησίας μέγα εὖχος ἀρχιερεῦσιν, ὦ πατριαρχῶν ἐγκαλλώπισμα καὶ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας σέμνωμά τε καὶ ἀνύψωμα καὶ ὀχύρωμα, καὶ πάντων, οἷς τὸ τοῦ Κυρίου Χριστοῦ ἐπικέκληται θεῖον Ὄνομα, πολυέραστον σεμνολόγημα, χαρᾶς τοὺς Σοὶ προσανέχοντας ἐπλήρωσας βα­θείας καὶ εὐφροσύνης τῆς ἐν Πνεύματι καὶ ἀγαλλιάσεως ὑπερ­πε­ρισσευούσης· πάντων γὰρ τὰς καρδίας ἀνέπαυσάς τε καὶ ἐβεβαίωσας· καὶ ἐμέ, τεταπεινωμένον ὄντα, ὕψωσας τῇ ἐκ τοῦ θεηγόρου Σου στόμα­τος γλυκύτερᾳ μέλιτος αὐδῇ· «δόξα γὰρ ἀνθρωπου ἐκ τιμῆς πατρὸς αὐτοῦ» (Σοφία Σειρὰχ 3,11).

Τούτων δὲ πάντων ἐπιλήσμονας καταντῆσαι μὴ ἀνεχόμενοι, διὰ τοῦδε τοῦ γραμματίου ἡμῶν τοῦ πενιχροῦ ἐπὶ τὸ τὴν χάριν Σοι ἀξιοχρέως ὁμολογῆσαι εὐθὺ ἴμεν, ὥστε τὸν πατέρα ἐν τοῖς ἐφεξῆς θυμηρέστερον τοῦ ἔργου τούτου, τοῦ Θεῷ ἀρέσκοντος καὶ ἡμῖν παρακλητικοῦ τε καὶ σωτηρί­ου, ἄπτεσθαι· καὶ τὸ τῆς ἀπὸ πολλῶν ἀχλύος καὶ παρακοῆς ὀμιχλῶδες, προθύμως ἀποτρίβεσθαι.

Διὸ καὶ χεῖρας, ἱερωσύνῃ ὁσίας, εἰς σκηνώματα Θεοῦ ἐξαπλώσαντες καὶ τὸν τῆς καρδίας πόνον τε καὶ πόθον Χριστῷ προτείναντες δουλικῶς Αὐτοῦ ἐδεήθημέν τε καὶ δεόμεθα διαπαντός, στερεοῦν μὲν τὴν Αὑτοῦ ἁγίαν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, ᾗ καὶ ἡμεῖς ὑποκείμεθα, μηκύνειν δὲ ἐφ᾿ ὅ,τι πλεῖστον τὰ ἔτη Σου τοῦ ἐν Αὐτῇ ἀγλαοφανῶς προκαθημένου ἀρχιθυηπόλου καὶ ἐν ἱερεῦσι πρώτου· παραστῆσαί τε Σὲ κατενώπιον Αὑτοῦ ἁπάσης ἰδέας κατορθωμάτων ἐπίσημόν τε καὶ περίβλεπτον· πιστοῖς ἐράσμιον· ἀρχιερεῦσιν ὀρθοδόξοις ἐρασμιώτερον· ἀεὶ μεγάλας πράξεις αὐτουργεῖν ἕτοιμον· ἑτοιμότερον δὲ τὸ ποίμνιον ἀπὸ βλάβης φυλάσσειν πάσης τῷ στερρῷ ὅπλῳ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος· πατρικῶν παραδόσεων ἀσφαλῆ φύλακα· τῆς εἰς Χριστὸν ὀρθοδόξου πίστεως κήρυκα ἐσαεὶ θεόφθογγον· δίκτυα σεπτὰ καὶ ἱερὰ ἐφαπλοῦντα εἰς βάθη ἀγνωσίας, ὅ Σοι ἤδη πάρεστι· διανοίας κεχερσωμένας ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως βλαστήμασι θείοις θάλλειν ἐργαζόμενον· δροσισμῷ τῆς φαιδρᾶς Σου θεηγορίας, ὡς τοὺς ἐν Πρεβέζῃ νέους υἱοὺς Θεοῦ, ζήλῳ θείῳ πῦρ πνέοντας, τοὺς πρὶν ὀργῆς τέκνα ἀπεργαζόμενον· καὶ συνελόντι φάναι, ἐπ᾿ ἄπειρον πληθύνειν τὰ γεννήματα τῆς δικαιοσύνης Σου· εὐσεβείας τε καὶ ἀρετῆς ἁπά­σης εἶναί Σε ὑπογραμμόν· μὴ μόνον τοῖς Σὲ πατέρα πλουτοῦσι φιλόστοργον, ἀλλὰ καὶ τῷ μετὰ Σὲ παντί που γένει βροτῶν παραίνεσιν καλήν, εἰς πίστιν θεοτερπῆ καὶ ἀξίαν παρ᾿ Αὐτοῦ μαρτυρηθῆναι καὶ εἰς ἀγάπην ἠγιασμένην τε καὶ ἀρραγῆ τοὺς νωθεῖς βιαζόμενόν τε καὶ διεγείροντα.

Σὺν ἐμοὶ ἐνώπιον τῆς μεγάλης καὶ ὁσίας ἀρχιερωσύνης Σου εὐλαβῶς ὑποκλίνονται, οἵ τε τῶν εὐλαβεστάτων ἱερέων ἔξαρχοι, Θεοδόσιος, ἱερομό­ναχος ἀρχιμανδρίτης καὶ πρωτοσύγκελλος, καὶ Δημήτριος πρωτοπρεσβύ­τερος καὶ γενικὸς ἡμῶν ἐπίτροπος, ἐπὶ τῇ αὐτοῖς ἀπονεμηθείσῃ πατριαρ­χικῇ διακρίσει καὶ εὐλογίᾳ ἐκ καρδίας μέσης εὐγνωμονοῦντες· καὶ οἱ εὐλαβέστατοι τοῦ ἱεροῦ κλήρου τῆς καθ᾿ ἡμᾶς μητροπόλεως ἅπαντες πρεσβύτε­ροι καὶ διάκονοι· καὶ οἱ τῶν ἐντιμο­τάτων ἀρχόντων πρόκριτοι, ὅ τε νομάρ­χης Πρεβέζης κ. Δημήτριος Τσουμάνης καὶ ὁ δήμαρχος αὐτῆς κ. Κωνσταν­τῖνος Παπαγεωργίου, καὶ οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δημήτριος Ντούσκας καὶ Τρυφωνίδης Γεώργιος καὶ οἱ λοιποὶ ἁπαξάπαντες, οἷς ὡς ὀρθοδόξοις καὶ ἀνδρᾶσιν εὐλαβέσιν καὶ τὸ πρὸς Ὑμᾶς αὐτοφυὲς πρὸς Σὲ διατρανώσασι σέβας ἀντιπέμπειν εὐδόκησον, ὦ Δέσποτα Παναγιώτατε, τὴν τιμίαν Σου καὶ πᾶσι ποθητή, ὡς πολλὰ ἰσχύουσαν, πατριαρχικὴν εὐλογίαν Σου.

Τελευτῶν δέ, Δέσποτα Παναγιώτατε καὶ θεοτίμητε, θερμῶς καθικετεύω Σε, μνήσθητι τῶν εἰς τὸ Πνευματικὸν Κέντρον τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μη­τροπόλεως ἐπὶ τῇ Σῇ ἐν Πρεβέζῃ εὐλογητῇ τε καὶ θεοκινήτῳ παρουσίᾳ πίστει καὶ ἐλπίδι συναθροισθέντων νεαρῶν παίδων, τῶν τὸν σὸν λόγον μὴ μόνον ὠσὶ τοῖς ἔξωθεν ἀκροασαμένων καὶ Σὲ μὴ βλεφάροις μόνον ἰδόντες, ἀλλὰ καρδίας πόθῳ ἐναγκαλισαμένων ἅπαντα, ὥστε καὶ ἐν στόματι εὐκαίρως-ἀκαίρως ἔχειν καὶ ἐπαινεῖν καὶ νεανικῶς ἐπὶ τοῖς γενομένοις ἐγκαυχᾶσθαι, καὶ τῆς Σῆς ὄψεως, ὡς πατρὸς αὐτοῖς ἀσμενίζοντος, ἐς αὖθις ἀξιωθῆναι ἐπιποθούντων· οἷς ἀντίδος, ὦ Πάτερ Ἱερώτατε, τῆς Σῆς εὐλογίας τὸν πολυτίμητον θησαυρόν.

Ἐπὶ δὲ τούτοις καὶ ἐγὼ ὁ ταπεινὸς καὶ Χριστοῦ ἀνάξιος λειτουργὸς ὑπὲρ πάντων καὶ ὑπὲρ πάντας ὁλοκαρδίως εὐγνωμομῶν, γονυκλινῶς τε καὶ πανευλαβῶς τὴν θεοχαρίτωτόν Σου κατασπαζόμενος δεξιάν, διατελῶ τῆς θεοτιμήτου Σου Παναγιότητος ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ θεράπων.

†  ὁ Νικοπόλεως Μελέτιος

Ἐν Πρεβέζῃ τῇ 30ῇ Μαΐου 1999

“Κόπωση”

Βλέμματα θολά, ἐνίοτε βλοσυρά, πρόσωπα κουρασμένα.

Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρίαρχη εἰκόνα τῆς (κατὰ κόσμον) Ἐκκλησίας Αὐτοῦ ποὺ εἶπε: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμέ­νοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Οἱ ἐπίσκοποι κουράστηκαν ἀπὸ τὴ διαδικασία τῆς…ἐπισκοποποίησης. Ὅσοι πάλι ἄγαμοι ἐπιθυμοῦσαν μὰ δὲν κατάφεραν τελικὰ νά…ἐπισκο­πο­ποιη­θοῦν, ἀπόκαμαν κι αὐτοὶ ἀναζητοῦντες νέο νόημα στὴ ζωή τους.

Κόπωση…

Ἡ ἀ-νόητη «ὑπακοή» ἔφθειρε τὸν ὑποτακτικό, ἐνῷ παράλληλα δὲν ἀνέπαυσε τὸν Γέροντα.

Κόπωση…

Οἱ πνευματικοὶ παραδόθηκαν ἀμαχητὶ στὴ συνταγογράφηση μαντζου­νιῶν πνευματικότητας: ἐγκράτεια σώματος (μόνο) καὶ ἀνέλαιος (βλ. ἀνέ­λεος) νη­στεία, τὰ δυὸ μυστικὰ τῆς ταχύῤῥυθμα ἀναπτυσσόμενης πνευματικό­τη­τας, ἡ ὁποία βέβαια πεισματικὰ ἀρνεῖται νὰ φανεῖ…

Κόπωση…

Πολλοὶ τῶν κληρικῶν ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴ δική τους ἀσθενῆ ἢ καὶ ἀνύ­παρκτη πίστη ἐπιδόθηκαν ἄμετρα σ’ ἕνα ποιμαντικὸ καὶ λειτουργικὸ ἀκτι­βισμὸ μὴ πείθον­τας ὅμως τὸ εἰσέτι λογικὸ ποίμνιο γιὰ τὰ τάχα καὶ ἀγαθὰ κίνητρά τους…

Κόπωση…

Ἄλλοι πάλι, θηρευτὲς ἀκατάβλητοι τοῦ ἱεροῦ(;) χρήματος ἀγάπησαν παρά­φορα μία καὶ μοναδικὴ φράση τοῦ Εὐαγγελίου: «καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω»… Κι ὅμως αὐτὲς οἱ ἀποθῆκες ἂν καὶ μπορεῖ νὰ φαί­νονται γεμάτες, ὡστόσο παραμένουν ἀπογοητευτικὰ «ἀδειανές»…

Κόπωση…

Οἱ πρεσβυτέρες ἔγιναν θύματα, ἐνίοτε θῦτες τῆς ἱερωσύνης τοῦ συζύγου τους, τὰ παιδιά τους ἐκμεταλλευτὲς ἀδίστακτοι τῆς πατρικῆς διακονίας. (Αὐτο)τι-μωρία τους ἡ (ἀν)ἀσφάλεια τοῦ βολέματος.

Κόπωση…

Οἱ ἐπαγγελματίες λειτουργοὶ καὶ τῶν μυστηρίων ἐργολάβοι, καθὼς καὶ οἱ αὐ­τιστικοὶ ψάλτες, ἐξάντλησαν τὴν ὑπομονὴ τῶν λατρευτῶν.

Κόπωση…

Τὰ στελέχη καὶ οἱ συνεργάτες τῶν πάσης φύσεως καὶ βαθμίδος ταγῶν ὀλιγο­ψύχησαν ἀπὸ τὸ ἀνύπαρκτο ὅραμα, τὴν ἀνεκπλήρωτη ὑπόσχεση πατρότητας, τὴν ἐξουθενωτικὴ γραφειοκρατία.

Κόπωση…

Πλεῖστοι χριστιανοί, τέλος, ἀπελπίστηκαν κι αὐτοὶ μὴ βλέποντες προκοπὴ παρ᾿ ὅλα τὰ τεχνάσματα ποὺ μετέρχεται ὁ πονηρὸς ἑαυτός τους προκειμένου νὰ πείσει ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους ὅτι δὲν ἐργάζεται «τὴν  βρῶσιν τὴν ἀπολ­λυμένην».

Κόπωση…

ΕΝΑΣ θυσιάστηκε

κι ἐμεῖς

στ’ ὄνομα τῆς πτωχείας Του θησαυρίζουμε·

στ’ ὄνομα τῆς ἀλήθειάς Του ἀπατοῦμε ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους·

στ’ ὄνομα τῆς μεσσιανικῆς Του ἰδιότητας γινόμαστε σωτῆρες αὐτόκλητοι·

στ’ ὄνομα τῆς ταπείνωσής Του κάνουμε καριέρα…

Πῶς νὰ μὴν κουραστοῦμε;

Ὁ μάταιος δρόμος εἶναι πάντοτε ὁ πιὸ κουραστικός·

καὶ φαίνεται ξεκάθαρα στὸ ἀπογοητευμένο βλέμμα μας.

Δεῖτε τὶς φωτογραφίες, ὅπως γράφουν καὶ τὰ πρακτορεῖα ἐκκλησιαστικῶν εἰδήσεων…