“Κόπωση”

Βλέμματα θολά, ἐνίοτε βλοσυρά, πρόσωπα κουρασμένα.

Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρίαρχη εἰκόνα τῆς (κατὰ κόσμον) Ἐκκλησίας Αὐτοῦ ποὺ εἶπε: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμέ­νοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Οἱ ἐπίσκοποι κουράστηκαν ἀπὸ τὴ διαδικασία τῆς…ἐπισκοποποίησης. Ὅσοι πάλι ἄγαμοι ἐπιθυμοῦσαν μὰ δὲν κατάφεραν τελικὰ νά…ἐπισκο­πο­ποιη­θοῦν, ἀπόκαμαν κι αὐτοὶ ἀναζητοῦντες νέο νόημα στὴ ζωή τους.

Κόπωση…

Ἡ ἀ-νόητη «ὑπακοή» ἔφθειρε τὸν ὑποτακτικό, ἐνῷ παράλληλα δὲν ἀνέπαυσε τὸν Γέροντα.

Κόπωση…

Οἱ πνευματικοὶ παραδόθηκαν ἀμαχητὶ στὴ συνταγογράφηση μαντζου­νιῶν πνευματικότητας: ἐγκράτεια σώματος (μόνο) καὶ ἀνέλαιος (βλ. ἀνέ­λεος) νη­στεία, τὰ δυὸ μυστικὰ τῆς ταχύῤῥυθμα ἀναπτυσσόμενης πνευματικό­τη­τας, ἡ ὁποία βέβαια πεισματικὰ ἀρνεῖται νὰ φανεῖ…

Κόπωση…

Πολλοὶ τῶν κληρικῶν ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴ δική τους ἀσθενῆ ἢ καὶ ἀνύ­παρκτη πίστη ἐπιδόθηκαν ἄμετρα σ’ ἕνα ποιμαντικὸ καὶ λειτουργικὸ ἀκτι­βισμὸ μὴ πείθον­τας ὅμως τὸ εἰσέτι λογικὸ ποίμνιο γιὰ τὰ τάχα καὶ ἀγαθὰ κίνητρά τους…

Κόπωση…

Ἄλλοι πάλι, θηρευτὲς ἀκατάβλητοι τοῦ ἱεροῦ(;) χρήματος ἀγάπησαν παρά­φορα μία καὶ μοναδικὴ φράση τοῦ Εὐαγγελίου: «καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω»… Κι ὅμως αὐτὲς οἱ ἀποθῆκες ἂν καὶ μπορεῖ νὰ φαί­νονται γεμάτες, ὡστόσο παραμένουν ἀπογοητευτικὰ «ἀδειανές»…

Κόπωση…

Οἱ πρεσβυτέρες ἔγιναν θύματα, ἐνίοτε θῦτες τῆς ἱερωσύνης τοῦ συζύγου τους, τὰ παιδιά τους ἐκμεταλλευτὲς ἀδίστακτοι τῆς πατρικῆς διακονίας. (Αὐτο)τι-μωρία τους ἡ (ἀν)ἀσφάλεια τοῦ βολέματος.

Κόπωση…

Οἱ ἐπαγγελματίες λειτουργοὶ καὶ τῶν μυστηρίων ἐργολάβοι, καθὼς καὶ οἱ αὐ­τιστικοὶ ψάλτες, ἐξάντλησαν τὴν ὑπομονὴ τῶν λατρευτῶν.

Κόπωση…

Τὰ στελέχη καὶ οἱ συνεργάτες τῶν πάσης φύσεως καὶ βαθμίδος ταγῶν ὀλιγο­ψύχησαν ἀπὸ τὸ ἀνύπαρκτο ὅραμα, τὴν ἀνεκπλήρωτη ὑπόσχεση πατρότητας, τὴν ἐξουθενωτικὴ γραφειοκρατία.

Κόπωση…

Πλεῖστοι χριστιανοί, τέλος, ἀπελπίστηκαν κι αὐτοὶ μὴ βλέποντες προκοπὴ παρ᾿ ὅλα τὰ τεχνάσματα ποὺ μετέρχεται ὁ πονηρὸς ἑαυτός τους προκειμένου νὰ πείσει ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους ὅτι δὲν ἐργάζεται «τὴν  βρῶσιν τὴν ἀπολ­λυμένην».

Κόπωση…

ΕΝΑΣ θυσιάστηκε

κι ἐμεῖς

στ’ ὄνομα τῆς πτωχείας Του θησαυρίζουμε·

στ’ ὄνομα τῆς ἀλήθειάς Του ἀπατοῦμε ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους·

στ’ ὄνομα τῆς μεσσιανικῆς Του ἰδιότητας γινόμαστε σωτῆρες αὐτόκλητοι·

στ’ ὄνομα τῆς ταπείνωσής Του κάνουμε καριέρα…

Πῶς νὰ μὴν κουραστοῦμε;

Ὁ μάταιος δρόμος εἶναι πάντοτε ὁ πιὸ κουραστικός·

καὶ φαίνεται ξεκάθαρα στὸ ἀπογοητευμένο βλέμμα μας.

Δεῖτε τὶς φωτογραφίες, ὅπως γράφουν καὶ τὰ πρακτορεῖα ἐκκλησιαστικῶν εἰδήσεων…

Λοιμὸς ὑμνογραφούμενος

Ἕνα θαυμάσιο κείμενο τοῦ φίλου καὶ πολλὰ ὑποσχόμενου νέου (παν)ἐπιστήμονα Ἀλέξανδρου Λιαρμακόπουλου

Ἡ  ἀναμέτρηση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μὲ τὸν λοιμὸ ἀποτελεῖ μία ὄχι συχνὴ ἀλλὰ σταθερὰ ἐπαναλαμβανόμενη ἀπειλὴ στὸν ροῦ τῆς ἱστορίας. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν ἄνιση μάχη ὁ μὲν ἀνίσχυρος ἄνθρωπος στρέφει τελικῶς τὴν ἐλπίδα σωτηρίας του πρὸς τὸν Θεό, τὸν ἰατρὸ ὄχι μόνο τῶν ψυχῶν ἀλλὰ καὶ τῶν σωμάτων, ἡ δὲ ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς δέχεται σὲ κάθε τέτοια περίπτωση αἰφνίδια ἐκμηδένιση, ἀδημονώντας μὲ τὰ ἀνεπαρκῆ διαθέσιμα μέσα νὰ ἀντιμετωπίσει ἕνα κάθε φορὰ πρωτόγνωρο θανάσιμο κίνδυνο, ὁ ὁποῖος πάντοτε τὴν κατατροπώνει ἀφήνοντας στὸ πέρασμά του δυσαρίθμητα ἄπνοα θύματα.

Τὸ μέγα τραῦμα τοῦ λοιμοῦ ἀποτυπώθηκε σὲ κάθε πτυχὴ τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ καὶ ἔτσι διασῴζεται σὲ πλεῖστα τεκμήρια διαθέσιμα πρὸς ἔρευνα. Τέτοιες ἄκρως ἐνδιαφέρουσες περὶ λοιμοῦ μαρτυρίες ἀνευρίσκονται ἀκόμη καὶ στὴν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως στὸν ᾀσματικὸ κανόνα «εἰς ἀπειλὴν λοιμικῆς ἀσθενείας» (Goar I., Rituale Graecorum, Venetiis, 1730, σ. 627 κἑξ.), ὅπου διεκτραγῳδεῖται ἡ φρικτὴ ἐπέλαση τοῦ λοιμοῦ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν πρώτων συμπτωμάτων τοῦ πυρετοῦ («Φλογίζει ἡ κάμινος, ἀμέτρων πόνων, καὶ κατακαίει με· πυρετοῦ λοιμικῆς τε, ἡ φλὸξ ἀπαύστως ἡ ἀναιδέστατος») μέχρι τὸν τελικὸ οἰκτρὸ θάνατο τῶν ἀβοήθητων ἀσθενῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλιπαροῦν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ πολυτιμότατο ἀγαθὸ τῆς σωματικῆς ὑγείας («Ὀδυνηρῶς στενάζομεν, ἀπὸ κλίνης ὀδύνης ἡμῶν, καὶ ἀπὸ λοιμώδους, ἀσθενείας κράζομεν, πρὸς σὲ τὸν φιλάνθρωπον· τὰ τῆς καρδίας ὄμματα, νῦν ἀναπετῶντες, τὴν ὑγείαν αἰτοῦμεν»). Κατωτέρω θὰ ἀναφερθεῖ ἐνδεικτικὰ πῶς ἀποτυπώνεται ἡ ἐπέλαση τοῦ λοιμοῦ, οἱ προσομοιάζουσες σὲ πόλεμο περιγραφές,  ἡ κοινωνικὴ ἀποστασιοποίηση ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπεγνωσμένες ἐνέργειες τοῦ ἀνθρώπου πρὸς σωτηρία μέσα ἀπὸ ἕνα παρακλητικὸ κανόνα (στὸν ἅγιο Χαράλαμπο [βλ. Συναξαριστὴς δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, ΙΙ, Βενετία, 1819, σ. 168-172]) ἑνὸς ἁγίου καὶ σοφοῦ μοναχοῦ ἀπὸ τὴν Νάξο, τοῦ Νικοδήμου Καλιβούρτζη (1749-1809).

Ὁ ὑμνογράφος περιγράφει τὴν τάχιστη μεταδοτικότητα τοῦ λοιμοῦ σημειώνοντας κατὰ τὶς ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς του ὅτι ὁ μολυσμὸς ἐπελαύνει ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ ἀέρος («τὸν διεφθαρμένον ἀέρα λοιμοῦ…, ὃν ἀναπνέοντες, τὴν γῆν οἱ ταύτην οἰκοῦντες, θάνατον ἐπώδυνον τάχος λαμβάνουσιν.») καὶ ἔχει ὡς χαρακτηριστικὸ σύμπτωμα τὸν φλογερὸ πυρετό («Ὁ φλογίζων πανώλης, καὶ τὴν φλογερὰν προσλαβόμενος ἔξωθεν, ὥραν τὴν τοῦ θέρους, Βαβυλῶνος ὡς κάμινος γέγονεν, ἐμπιπρῶν αὐτίκα, τοὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ κατεχομένους.»). Εἶναι τόσο ἀπρόβλεπτη ἡ μετάδοση τοῦ θανατηφόρου λοιμοῦ, ὥστε οἱ ἄνθρωποι περιδεεῖς ἀντιλαμβάνονται νὰ τοὺς περικυκλώνει ἀβοήθητους ὁ ἰός, ὥστε μόνος σύμμαχος νὰ τοὺς ἀπομένει ὁ φόβος («Πολλοῖς ἐν κακοῖς, κυκλούμεθα οἱ τάλανες, ἐντεῦθεν λοιμοῦ, τῷ φόβῳ συνεχόμενοι»). Αὐτὸς δὲ ὁ τρόμος εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένος, ἀφοῦ ἡ λοιμικὴ ἀσθένεια ἐπιτίθεται ἀοράτως σὲ ἀνθρώπους κάθε ἡλικίας καὶ δὲν σπλαγχνίζεται οὔτε κἂν τὰ ἔφηβα παιδιά («…μάχαιραν…, τὴν ἡβηδὸν τοὺς πάντας ἀποσφάττουσαν, ἤδη ἀοράτως…»). Ἡ ἐπιδρομὴ τοῦ αἱμοδιψοῦς καῖ ἀνθρωποφάγου λοιμοῦ («…ὁ λοιμὸς ὡς πάνθηρ…») ἔχει ἀμέτρητα θύματα, τὰ ὁποῖα θρηνολογοῦν οἱ ἐναπομείναντες στὴν ζωή («...τῶν κοπετῶν… καὶ τῶν θρήνων, οὕσπερ οἱ οἰκέται σου, ἐπὶ νεκροῖς ποιοῦσιν αὑτῶν»), ἂν καὶ συχνὰ ὡς τραγικὸ θέαμα μένουν ἀκήδευτα καὶ ἄταφα πτώματα παραδομένα στὰ ἄγρια θηρία καὶ τὰ σαρκοβόρα ὄρνεα («πτώματα γὰρ τούτων, πολλάκις μένουσιν ἄταφα, ὀρνέοις καὶ θηρίοις, οἴμοι κείμενα βρῶσις· συμφορὰν…»).

Παντοῦ βασιλεύει ὁ θάνατος καὶ ἡ ἀπειλή του ἐνεδρεύει σὲ ἰδιωτικὰ ἢ δημόσια μέρη, σὲ ἀνοικτοὺς ἢ κλειστοὺς χώρους, σὲ πυκνοκατοικημένες ἢ ἀραιοκατοικημένες περιοχές («Θάνατος γὰρ ἐν οἴκοις, θάνατος ἐν πλατείαις, καὶ ἐν πόλει καὶ κώμῃ νῦν θάνατος.»). Μόνος λοιπὸν τρόπος προλήψεως καὶ διαφυγῆς τοῦ θανάτου ἀναδεικνύεται ὁ πρόσκαιρος ἀποχωρισμὸς καὶ ἡ ἀπομόνωση τῶν ἐπιζώντων («Ἔχωρίσθημεν -οἴμοι!- ἀναστροφῆς… καὶ ἐπιμιξίας ἁπάσης ἀλλήλων εἴρχθημεν, πανώλους δείματι…»), οἱ ὁποῖοι προσμένουν τὴν ἀποπομπὴ τοῦ κακοῦ καὶ τὴν μεταξύ τους ἐπανασύνδεση («…πανώλους δείματι· σὺ οὖν ἐκ μέσου ποιήσας, τοῦτον ἡμᾶς ἕνωσον αὖθις...»). Ἔτσι, ἀναγκάζονται ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἐφαρμόσουν κατ᾿ οἶκον περιορισμὸ καὶ διακοπὴ κάθε εἴδους ἐργασίας ἢ ἄλλης δραστηριότητας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φθάνουν στὸ ἔσχατο σημεῖο ἐξαθλίωσης στερούμενοι χρημάτων, καθὼς καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς τὸ ζῆν («…λοιμοῦ, τῷ φόβῳ συνεχόμενοι· ἐκεῖθεν δὲ κατεχόμενοι, συγκλεισμῷ καὶ στερούμενοι, τῶν ἀναγκαίων…»).

Ὁ λοιμὸς ἔχει ἐπιφέρει συνταρακτικὴ ἀναστάτωση ὄχι μόνο στὸν προσωπικὸ βίο ἀλλὰ καὶ γενικότερα στὴν κοινωνικοπολιτικὴ ὀργάνωση τῶν ἀνθρώπων («Ἠρημώθη, ἡ πόλις ἡμῶν πᾶσα, καὶ αἱ κῶμαι, ἐγένοντο νῦν πόλεις καὶ ἐρημίαι, κατοικίαι ὤφθησαν, τοῦ λοιμοῦ τῷ φόβῳ»), οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν  τὶς κατοικίες τους καὶ περιπλανώμενοι προσπαθοῦν νὰ ἀναζητήσουν σωτηρία σὲ ἀκατοίκητους καὶ ἔρημους τόπους μακριὰ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους τους («ἰδοὺ γὰρ πάντας ὁ νῦν λοιμός, ἀοίκους πλανήτας, ἀνέδειξε καὶ ἀπόλιδας»). Ὅλη βέβαια αὐτὴ ἡ τραγῳδία, ποὺ βιώνει ἡ ἀνθρωπότητα, ἐκλαμβάνεται ὡς ἐπιβολὴ ποινῆς καὶ ἀπότιση προστίμου γιὰ τὴν ἀσέβεια, ἡ ὁποία ἐπλεόνασε μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἤγειρε τοῦ Θεοῦ τὴν παιδευτικὴ ὀργὴ μεταμορφούμενη σὲ λοιμικὴ ἐπιδημία («διὰ τοῦτο πρόστιμον καὶ ποινήν, τὸν θάνατον νῦν εὕρομεν, καὶ τὴν τοῦ πανώλους διαφθοράν»).

Τὰ ἀνωτέρω θὰ μποροῦσαν ὡστόσο νὰ ἐπαληθευτοῦν καὶ νὰ συμπληρωθοῦν μὲ πληροφορίες ἀρυόμενες ἀπὸ μία «εὐχὴ εἰς πληγὴν θανατικοῦ» (Goar, σ. 629-630) φερομένη ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φιλοθέου Κοκκίνου (1353-1355 καὶ 1364-1376). Ἐκεῖ  περιγράφεται μὲ τὰ μελανότερα χρώματα τὸ πέπλο τῆς τρομοκρατίας τοῦ λοιμικοῦ θανάτου («Φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ σκότος ζοφερὸς τοῦ φοβεροῦ τούτου θανάτου πάντας ἐκάλυψεν.»), ποὺ ἔχει κάνει τῶν ἀνθρώπων τὸν βίο ἀβίωτο κατὰ τὴν ἀρχαία παροιμία (βλ. Ἀριστοφάνης, Πλοῦτος, 969: «ἀβίωτον εἶναί μοι πεποίηκε τὸν βίον»), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρωθοῦνται κάποιοι στὸν θάνατο ὄχι ἀπὸ τὴν σωματικὴ ἀσθένεια ἀλλὰ ἀπὸ μόνη τὴν ψυχολογικὴ πίεση ἐνώπιον τοῦ φόβου, μήπως τυχὸν ἀσθενήσουν καὶ τότε ὑποβληθοῦν σὲ αὐτὴν τὴν φρικτὴ δοκιμασία, ἕως ὅτου ξεψυχήσουν («Οὐδὲ οἱ ζῶντες καὶ φαινόμενοι ζῆν ἤδη νομίζομεν· τῷ φόβῳ τῆς φοβερᾶς ταύτης πληγῆς μικροῦ καὶ ἑαυτοῖς ἀπιστοῦμεν· τὸ τοῦ θανάτου σύμβολον καὶ πληγὴν ἔχειν ἕκαστος ἐν ἑαυτῷ φανταζόμενος, καὶ πρὸ τοῦ θανάτου τῷ δέει τοῦ θανάτου χαλεπῶς ἀποθνῄσκοντες.»). Μέσα σὲ τέτοια γενικὴ κατάρρευση ἀκόμη καὶ τῶν βασικῶν ἀρχῶν τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ ἀξιοπρέπειας δὲν προφθαίνουν οἱ ζωντανοὶ νὰ θρηνήσουν τοὺς νεκροὺς καὶ χωρὶς πρόθεση, ἐκφορά, ἐξόδιο ἀκολουθία καὶ τὰ καθιερωμένα ἐπιτελεύτια ἔθη τὰ θύματα τοῦ λοιμοῦ στοιβάζονται σωρηδὸν σὲ ὁμαδικοὺς τάφους  («Οὐ φθάνομεν… τοὺς τελευτῶντας ὡς ἔθος θρηνεῖν οἱ προσήκοντες, καὶ τὸ τέλος ἡμῶν φθάνει, καὶ ἄλλους ἐπιζητοῦμεν τοὺς θρηνοῦντας, καὶ κοινῷ τῷ τάφῳ παραδιδόμεθα.»). Ἐφόσον παντοῦ καραδοκεῖ ἡ ἀπειλὴ τοῦ λοιμοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἀπέλπιδες ἔχουν φύγει ἀπὸ τὶς ἑστίες τους ἀφήνοντας ἕρημες τὶς πόλεις, ἔχουν ἐγκαταλείψει τὶς ἐργασίες τους καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ζωὴ ἔχει παραλύσει, ὡς πρὸς δὲ τὸν θρησκευτικὸ τομέα ἔχουν σχεδὸν παύσει οἱ ἑορτὲς καὶ οἱ ἀκολουθίες, ἀφοῦ τὸ ποίμνιο μὲ τοὺς ποιμένες του ἔχει διασκορπισθεῖ («Ἐξηρήμωνται πόλεις, ἠφανίσθησαν ἀγοραί, ἱεραὶ πανηγύρεις καὶ τελεταὶ καὶ θείων ὕμνων συστήματα τῷ πλείονι μέρει κατεσιγάσθησαν»).

Μέσα λοιπὸν ἀπὸ μία ἁπλῆ σταχυολόγηση πληροφοριῶν ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν βοήθεια εὐχολογιακῶν κειμένων διαφαίνεται ὅτι ὁ λοιμὸς σκορπίζει ἀφειδῶς τὸν ὄλεθρο στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ἀνίκανο νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν θάνατο δαπανᾷ τὶς ἐλάχιστες δυνάμεις του ἐξαιτούμενο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπιποθώντας τὴν ἀνάσχεση τοῦ λοιμοῦ καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν εἰρηνικὴ ζωή.

Λειτουργικὸ Εἰσοδικό

Ἡ εἴσοδος στὸν Ναὸ σηματοδοτεῖ τὴν εἴσοδό μας στὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἡ εἴσοδός μας στὴν Ἐκκλησία ἐμφαίνεται ἀπὸ τὴν εἴσοδο στὸν Ναό. Καὶ πῶς ἀλλιῶς θὰ μποροῦσε νὰ γίνει, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἰδεολογία ἀλλὰ πράξη καὶ καθημερινὴ σχέση μὲ τὸν ζῶντα Κύριο;

Στὸ παρὸν κείμενο εἶναι κατατεθειμένη ἡ εὐγνωμοσύνη μου πρὸς ὅσους μὲ εἰσήγαγαν ἢ μὲ βοήθησαν νὰ ἐμβαθύνω στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, μυσταγωγοῦντες με διὰ τῆς θείας λατρείας, τοῦ τύπου καὶ τῆς μουσικῆς της.

Ὁ νέος ἐφημέριος

Στὰ δέκα μου χρόνια βρέθηκα νὰ ἐκκλησιάζομαι στὸν Ἁη-Γιώργη (Γοργομύλου), τὴν ἐνορία μας, ἐξ αἰτίας τοῦ αἰφνιδίου θανάτου ἑνὸς νέου συγγενοῦς μας, τῶν μνημοσύνων του κ.λπ. Ἐκεῖ, στὰ 1989 γνώρισα τὸν νέο ἐφημέριό μας, τὸν παπα-Δημήτρη Πανταζή. Θυμᾶμαι μά­λι­στα τὴν πρώτη του λειτουργία στὸ χωριό. Τὸν συνόδευε ὁ πατέρας του ὁ παπα-Γρη­γό­ρης, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν καθοδηγοῦσε στὰ πρῶτα τελετουργικὰ βήματα. Χαραγμένες στὴ μνήμη μου παραμένουν οἱ προσεκτικὲς εὐλαβικὲς κινή­σεις του· αὐτὲς ἄλλωστε τὸν χαρα­κτη­ρί­ζουν μέχρι σήμερα.

Χάρη στὴν προσωπικότητα τοῦ παπα-Δημήτρη ἄρχισα νὰ ἐκκλησιάζομαι τακτικότε­ρα, νὰ βοηθῶ στὸ ἱερὸ καὶ νὰ διαβάζω μὲ παρότρυνσή του τοὺς κανόνες τοῦ ὄρθρου, γιὰ νὰ ξεκουράζω τὸν ψάλτη. Παρεμπιπτόντως γιὰ ἕναν ἀνεξήγητο λόγο τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ δὲν μὲ δυσκόλεψαν ποτέ· ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας φορὰ ἀνέγνωσα χωρὶς δυσκολία καὶ μὲ ἐλάχιστα λάθη. Ἡ πρώτη ὅμως λέξη ποὺ μοῦ ἔκανε ἐντύπωση καὶ μοῦ φάνηκε μᾶλλον ἀστεία, ἦταν ἡ μετοχὴ πεπτωκότα. «Τὶ εἴδους κότα ἄραγε νἆναι αὐτή;», σκέφτηκα παιδικά!

Ὁ παπα-Δημήτρης μὲ παρότρυνε φυσικὰ καὶ νὰ ψάλλω, ἀλλά λόγῳ τοῦ ὅτι ντρε­πό­μουν, δείλιαζα. Μάλιστα μοῦ εἶχε ἀντιγράψει μιὰ κασσέτα μὲ τὴν Θεία Λειτουργία, ποὺ ἔψαλλε ἡ χορῳδία τοῦ Θ. Βασιλικοῦ, ἀργότερα καὶ ἄλλες μὲ τὴν Ἐ­ξόδιο ἀκολουθία κ.λπ.· παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ ντροπὴ δὲν ὑποχωροῦσε. Τὸ γενναῖο καὶ καθοριστικὸ βῆμα ὡστόσο ἔγινε μιὰ Κυ­­ριακὴ ποὺ ὁ ψάλτης ἀπουσίασε ἐκτάκτως λόγῳ ἀσθενείας, ὁπότε δὲν ὑπῆρχε ἄλλος νὰ τὸν ἀντικαταστήσει…

Λίγο ἀργότερα ὁ παπα-Δη­μήτρης πρότεινε στὸν πατέρα μου νὰ πάω στὸ δι­πλανὸ χωριό, τὸν Γυμνότοπο, στὴν ἐνορία τοῦ πατέρα του, ὅπου ὁ παπα-Γρηγόρης εἶχε συγ­κεν­τρώσει μιὰ ὁμάδα παιδιῶν καὶ τοὺς παρέδιδε μαθήματα πρακτικῆς ψαλτικῆς, πράγμα ποὺ ἔκανα μὲ περιέρ­γεια μᾶλλον παρὰ μὲ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον.

Ὁ παπα-Γρηγόρης

Ὁ παπα-Γρηγόρης ἦταν ὁ τύπος τοῦ εὐλαβοῦς κληρικοῦ τοῦ χωριοῦ, ποὺ ἀ­γα­ποῦσε αὐτὸ ποὺ ἔκανε, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ὅλη παρουσία του ἐμφο­ροῦνταν ἀπὸ σεμνότητα, ζεστασιὰ καὶ πηγαῖο χιούμορ. Τὰ μαθήματα πρακτικῆς ψαλτικῆς γίνονταν στὸν Ἅγιο Δημήτριο. Ἤμασταν γύρω στὰ ὀκτὼ παιδιά· παραμείναμε στὸ ἀναλόγιο καὶ στὴν λειτουργικὴ ζωὴ δύο μόνο. Τὰ πρῶτα μαθήματα δαπανήθηκαν στὰ ἀναστάσιμα ἀπολυτίκια. Ὁ παπα-Γρη­γόρης ἢ ὁ παπα-Δημήτρης ἔψαλλαν καὶ ἐμεῖς ἐπαναλαμβάναμε. Στὴ συνέχεια μάθαμε τὴν σειρὰ τῆς Θείας Λειτουργίας. Παρ’ ὅλο ποὺ τὰ μαθήματα δὲν κράτησαν πολὺ καιρό, ἤμασταν σὲ θέση «νὰ ξελειτουργήσουμε τὸν παπά», ὅπως λέει ὁ λαός. Ἐνθυμοῦμαι χα­ρα­κτηριστικὰ δυὸ χαριτωμένα περιστατικά: ἕνας μικρὸς κρατοῦσε ἀνάποδα τὸ ἐγκόλπιο τοῦ ἀναγνώστου καὶ συνέχιζε νὰ διαβάζει(!) κι ἕνας ἄλλος ὧρες-ὧρες διάβαζε καὶ τὰ κόκκινα γράμματα-ὁδηγίες πρὸς τὸν ψάλλοντα!

Ὅπως καὶ νά ’χει, ἦταν μιὰ ὄμορφη ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε γιὰ μένα τὸν προ­θάλαμο τῆς ψαλτικῆς. Μακαρίζω τὴν ψυχὴ τοῦ παπα-Γρηγόρη, μνημονεύω τὴν εὐερ­γεσία του καὶ εὐγνωμονῶ τὸν παπα-Δημήτρη, ποὺ μοῦ ἐμφύσησαν τὸ πρῶτον τὴν ἀγάπη γιὰ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔθεσαν τὸ θεμέλιό της.  

Οἱ ἑσπερινοὶ τοῦ παπα-Λευτέρη

Ἕνα χρόνο μετά, μαθητὴς τῆς Γ΄ Γυμνασίου, ἄρχισα νὰ παρα­κολουθῶ φρο­ντιστήρια, κατὰ τὰ ἤθη τῆς νεοελληνικῆς παιδείας. Ἡ φροντι­στη­ριούπολη τῆς Φιλιππιάδας ἦταν ὁ ἰδανικὸς καὶ πλησιέστερος τόπος γι᾿ αὐτό.

Παράλληλα ὁ παπα-Δημήτρης μὲ παρότρυνε νὰ ξεκινήσω μαθήματα βυ­ζαν­τινῆς μου­σικῆς, ποὺ παρέδιδε ὁ π. Ἐλευθέριος Χαραλαμπίδης, ὁ χαρισματικὸς καὶ πληθωρικὸς Κων­σταν­τινουπολίτης ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνα Φιλιππιάδας. Χωρὶς λοιπὸν νὰ χάσω καιρό, ἕνα Σάββατο πρωΐ ποὺ κατέβηκα στὴ Φιλιππιάδα γιὰ μάθημα, φρόντισα νὰ πε­ράσω ἀπὸ τὸν ναὸ γιὰ μιὰ πρώτη γνωριμία καὶ συνεννόηση γιὰ τὰ μαθήματα ψαλτικῆς.

Ἔτσι πότε μὲ τὸν πατέρα μου, πότε μὲ ὀτοστόπ κατέβαινα γιὰ τὰ ἀπογευματινὰ φρον­τιστήρια καὶ γιὰ τὰ μαθήματα βυζαντινῆς μουσικῆς. Πρωτίστως ὅμως κανόνιζα, ὅσο μπο­ροῦσα, τὸ πρόγραμμά μου, γιὰ νὰ βρίσκω χρόνο νὰ πα­ρακολουθῶ τοὺς ἑσπερινοὺς τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνα. Ἐκεῖ συνει­δη­τοποίησα, ὅτι τὰ λειτουργικὰ βιβλία ἔχουν «γράμματα» γιὰ κάθε μέρα (!) καὶ πὼς ἡ καθημερινότητα τοῦ κληρικοῦ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴ θεία λατρεία. Ἐκεῖ ἄρχισα νὰ μαθαίνω τὸ τυπικὸ τῶν (καθημερινῶν) ἑσπερινῶν καὶ τὰ προσό­μοια, ἀλλὰ καὶ νὰ σαγηνεύομαι ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἱερὰ τέχνη διὰ τῆς καλλιφωνίας τοῦ παπα-Λευτέρη.

Κάθε φορὰ ποὺ ὁ νοῦς μου ἐπιστρέφει στὰ χρόνια ἐκεῖνα, θυμᾶμαι ἕνα χαρακτη­ρι­στικὸ περιστατικό, ποὺ φανερώνει τὴν λειτουργικὴ ἄγνοια τοῦ τόπου μας: Συναντήθηκα κάποτε μὲ ἕνα συγχωριανό, ποὺ ζοῦσε ἀπὸ χρόνια στὴ Φιλιππιάδα. Τοῦ ἀνέφερα τὴ γνω­ριμία μου μὲ τὸν παπα-Λευτέρη καὶ μοῦ λέει: «Ἄ! Αὐτὸς ἔχ΄ φουνή· ’φραίνισει (=εὐφραίνεσαι) νὰ τοὺν ἀκοῦς! Ἀλλὰ ἰκείν΄ ἡ καμπάνα γιατί βαρεῖ κάθι βράδ΄; Ἰγὼ ἤξιρα μαναχὰ τὰ σαβ­βα­τόβραδα κὶ σ΄τ΄ς γιουρτὲς βαρεῖ»(!).

Αὐτὴ ὅμως ἡ καθημερινὴ ἀπογευματινὴ καμπάνα καὶ ὁ μετέπειτα ἑσπερινὸς τοῦ πα­πα-Λευτέρη μπορεῖ νὰ ξένιζαν τοὺς ἄγευστους λειτουργικά, εἰσήγαγαν ὡστόσο πολλοὺς νέους τῆς ἐποχῆς, μεταξὺ αὐτῶν κι ἐμένα, στὴν ἔννοια καὶ τὸ βίωμα τῆς καθημερινῆς λατρείας καὶ τῆς ἀγάπης γιὰ τὴν ψαλτικὴ τέχνη.

Πάτερ Ἐλευθέριε, σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ ὅλα!

Ἡ Σιμωνόπετρα

Μετὰ τὴν ἀποφοίτηση ἀπὸ τὸ Λύκειο, τὸν Ἰούνιο τοῦ 1994, ἐπισκέφτηκα μὲ ἀδελφοὺς καὶ τὸν πνευματικό μας, τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἦταν ἡ πρώτη ἐπίσκεψη καὶ μάλιστα στὴ Μονὴ Σίμωνος Πέτρας. Ἤξερα τὴ Σιμωνόπετρα ἀπὸ τὶς τέσσερις κασσέτες τοῦ γνωστοῦ «Ἁγνὴ Παρθένε» καὶ τῶν ψαλμῶν. Τὶς ἄκουγα πολὺ στὴ νεότητά μου. Μὲ σαγή­νευε τόσο ἡ με­­λῳ­δία ὅσο καὶ τὸ ξεχωριστὸ ἠχόχρωμα τῶν μοναχῶν. Ἔνιωθα, θυμᾶμαι, κάτι τὸ ἄυλο στὴ φωνή τους. Παρεμπιπτόντως οἱ πρῶτες ἀπόπειρες ἰσο­κρατήματος ἔγιναν ἀκούγοντας τὶς κασσέτες αὐτές.

Κάθε λεπτομέρεια τῆς ἐπίσκεψης στὴ Σιμωνόπετρα παραμένει ἔκτυπη στὴν ψυ­χή μου. Θυμᾶμαι χαρακτηριστικὰ τὸν ἐφημέριο π. Γρηγόριο νὰ λειτουργεῖ ἰσαγγέλως, νὰ θυμιά­ζει ἀέρινα ἀτενίζοντας καθέναν κατὰ πρόσωπο· θυμᾶμαι τὸν π. Ἀθανάσιο νὰ πρωτοψαλτεῖ μελῳδικώτατα κ.ἄ.π. Προσευχόμενος «ἀνεβόησα πρὸς Κύ­ριον»: «Θεέ μου, πόσο θὰ ἤθελα νὰ ψέλνω σὰν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους»! Καὶ ὁ Κύριος, ἁπλόχερα, ὡς συνήθως, δὲ μοῦ δώρησε μόνο τὸ «σὰν αὐτούς», ἀλλὰ καὶ τὸ «μὲ αὐτούς». Δυὸ χρόνια ἀργότερα, ὡς φοι­τη­τὴς πλέον τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, συνδέθηκα μὲ τὸ Μο­ναστήρι, διακόνησα ὡς πρω­το­ψάλτης τοῦ Μετοχίου στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ δυὸ χρόνια κι ἔψαλλα πάμπολλες φορὲς μὲ τοὺς ἀγαπημένους μου πατέρες.

Στὴ Σιμωνόπετρα ὀφείλω τὴ θεώρηση τῆς ψαλτικῆς ὡς μιᾶς χα­ρού­μενης, ζωντανῆς διακονίας στὴν ὑπηρεσία τοῦ προσευχόμενου πιστοῦ καὶ δὲ θὰ παύσω νὰ μνημονεύω τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τιμή, μὲ τὴν ὁποία μὲ περιέβαλε ἡ Μονὴ ὡς συνεργάτη της. Ἀκόμη στὶς καθημερινὲς κυρίως ἀκολουθίες τοῦ Μετο­χίου ἔμαθα νὰ οἰκονομῶ τὸν λειτουρ­γικὸ χρόνο, ἀποφεύγοντας τόσο τὴ βιασύνη ὅσο καὶ τὴν προχειρότητα, γρηγορῶντας παράλληλα στὶς ποικίλες ἀπαιτήσεις τοῦ τυ­πι­κοῦ. Συνακόλουθα δὲν μπορῶ νὰ παραδώσω στὴ λήθη τοῦ λόγου τὸν εὔτακτο λειτουργὸ τοῦ Μετοχίου, τὸν π. Ἀθανάσιο Γκίκα. Ἡ παρουσία του καὶ ἡ συμβο(υ)λή του στὴν ἀπο­τε­λεσματικό­τερη λειτουργία τοῦ ἀνα­λογίου ὑπῆρξε καθο­ρι­στι­κή.

Ἡ ἱερὰ Σχολή

Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης ἦταν ἡ μοναδικὴ ἐπιλογὴ σπουδῶν. Χωρὶς νὰ ξέρω τὸ γιατί, αὐτονόητα, δὲν ἐπιθυμοῦσα κάποιαν ἄλλη σχολή οὔτε κάποιαν ἄλλη πόλη. Τὸ γιατί βέβαια φα­νερώθηκε τὸν καιρὸ τῆς φοίτησης· οἱ ἄνθρωποι, ἡ θεολογικὴ καὶ μουσικὴ παιδεία, ἡ κουλτούρα τῆς πόλης, ἡ ἀποκάλυψη μιᾶς ἄλλης πνευμα­τι­κότητας εἶναι λίγα ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς Συμβασιλεύουσας. Μέρος αὐτοῦ τοῦ ἄνωθεν πολύπτυχου δωρήματος ἦταν ἡ ἱερὰ τῆς Θεολογίας Σχολή. Ἐπὶ τοῦ παρόντος βέβαια θὰ ἀναφερθῶ μόνο στὰ τοῦ ναοῦ τῆς Σχολῆς, τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Πέρασα τὸ κατώφλι του κάποια Πέμπτη τοῦ Ὀκτωβρίου 1996, μᾶλλον στὴν πρώ­τη ἀκολουθία τῆς νέας ἀκαδημαϊκῆς χρονιᾶς. Πρωτοψάλτης ὁ μουσικολο­γιώ­τατος ἀρ­χιμαν­δρίτης Νεκτάριος Πάρης καὶ λαμπαδάριος ὁ Γιάννης Λιάκος. Ἀκούγοντας γιὰ πρώτη φορὰ τὸν π. Νεκτάριο ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἀναγνώρισα τὴ φωνὴ τοῦ λαμ­παδαρίου σὲ μιὰν ἀγρυ­πνία στὸν Ἅγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης μὲ πρωτοψάλτη τὸν μακαριστὸ λαμπρὸ ἁγιο­ρείτη ψάλ­τη π. Παντελεήμονα Κάρτσωνα. Ἦταν ἀπὸ τὶς κασσέτες ποὺ ἀκούγαμε πολὺ τότε καὶ θαυμάζαμε τὸ κρυστάλλινο ἠχόχρωμα τοῦ Κάρτσωνα. Ἡ πρώτη συνάντηση μὲ τὸν π. Νεκτάριο ἦταν μᾶλλον γραφική. Στοὺς Αἴνους μοῦ ἔδωσε νὰ ψάλλω ἕνα στιχηρὸ λέ­γον­τας: «Γιὰ ψάλλε νὰ δοῦμε τί φω-φω-φω-φω-νὴ ἔχεις». Ἐγὼ μὴ γνωρίζοντας, ὅτι εἶναι βρα­δύγλωσσος, κόντεψα νὰ ξεσπάσω σὲ γέλια! Εὐτυχῶς ὅμως ἡ συστολὴ τῆς πρώ­της φορᾶς μὲ βοήθησε καὶ δὲν προσέβαλα ἔτσι τὸν καθ᾿ ὅλα ἀγαπητὸ καὶ σεβαστὸ δά­σκαλο. Ὁ π. Νεκτάριος παρέμεινε στὴν πρωτοψαλτία τῆς Σχολῆς μόνο γιὰ ἕνα ἀκαδη­μαϊκό ἔτος ἀκόμη, ὁπότε ἡ ὠφέλειά μας ἦταν περιορισμένη. Βέβαια ἀναπτύχθηκε μιὰ κάποια σχέση καὶ μπορούσαμε νὰ ἀπευθυνόμαστε σ᾿ αὐτὸν γιὰ ἐπίλυση μουσικῶν καὶ συναφῶν ἀποριῶν.

Ὑπεύθυνοι λειτουργίας τοῦ Φροντιστηρίου Λειτουργικῆς καὶ Ὁμιλητικῆς, ποὺ εἶχε ἱ­δρύ­σει ὁ διαπρεπὴς λειτουργιολόγος Ἰωάννης Φουντούλης, ὁμότιμος τότε καθηγητής, ἦ­ταν γιὰ μὲν τὸν δεξιὸ χορὸ ὁ καθηγητὴς καὶ δάσκαλός μας Πανα­γιώτης Σκαλτσῆς γιὰ δὲ τὸν ἀριστερὸ χορὸ καὶ τὸ ἱερατεῖο ὁ ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος Σκρέττας, ὁ γλυκὺς καὶ προσηνὴς πατήρ, ὑπὸ τὴν σκέπη, λειτουργικὴ γνώση καὶ ἀγάπη τοῦ ὁποίου διακόνησα ὡς λαμπαδάριος γιὰ μιὰ πεν­τα­ετία σχεδόν. Τοῦ εἶμαι εὐγνώ­μων γιὰ πολλά, κυρίως ὅμως γιὰ τὸν διττὸ σεβασμό, αὐτὸν ποὺ μᾶς ἐνέπνεε γιὰ τὴν τάξη τῆς θείας λατρείας καὶ αὐτόν, μὲ τὸν ὁποῖο μᾶς συμπερι­φερόταν, κι ἂς ἤμασταν νέοι, ἄπειροι φοιτητές.

Ὁ ναὸς τῆς Σχολῆς μας ἦταν ὄντως φροντιστήριο λειτουργικῆς (εὐπρέπειας καὶ λι­τό­τητας). Ἐκεῖ ἀνακαλύψαμε ἀρχαίους λειτουργικοὺς τύπους, ὀρθὴ τέλεση τῶν ὅσων μέχρι τότε γνωρίζαμε ἐλλιπῶς ἢ καὶ λανθασμένως, ἐκεῖ μαθητεύσαμε σ᾿ ἕνα λειτουργικὸ ἦθος λο­γικῆς -καὶ ὄχι μαγικῆς- λατρείας. Μάθαμε ἀκόμη ν᾿ ἀναθεωροῦμε λειτουργικὲς συνή­θειες, ὅταν αὐτὲς ἀποβαίνουν εἰς βάρος τοῦ λατρευτικοῦ τύπου· παύσαμε νὰ φοβόμαστε τὴν ἀλλαγὴ λειτουργικῶν ἠθῶν προφάσει εὐλαβείας ἢ τήρησης τῆς δῆθεν παράδοσης. Ἄλλω­στε ἡ παράδοση ἀεὶ κυοφορεῖ καὶ γεννᾶ τὴν ἐν Χριστῷ ἀλήθεια τῆς θείας λατρείας· δὲν πρό­κειται περὶ στείρας ἀναπαραγωγῆς νεκρῶν τύπων.

Χωρὶς ὑπερβολὴ πάντως ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἑπαφὴ μὲ τὴν ἁγιορειτικὴ λειτουργικὴ πράξη καὶ ἀ­φ’ ἑτέρου ἡ λειτουργικὴ αὐτοσυνειδησία ποὺ καλλιεργοῦσε τὸ Φροντιστήριο καὶ ὁ ἱδρυτής του, καθόρισαν καὶ διέπουν, κατὰ δύναμιν, τὴν ἐκκλησιαστικὴ λειτουργική μου πορεία. Δόξα τῷ Θεῷ!

Ὁ πολυσέβαστος καθηγητής

Τὸ ὄνομα Ἰωάννης Φουντούλης ἀκουγόταν καθημερινὰ στὴ λειτουρ­γικὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μὴν ἀκούγεται; Ἦταν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Ναοῦ, τῆς ἀκολουθίας, τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν ἕνα πολύτιμο ἀμάλγαμα εὐσέβειας καὶ ἐπιστημοσύνης. Ἦταν τόσο εὐλαβής, ὥστε νὰ παραμένει ἀμερόληπτος ἐπιστήμονας τῆς λατρείας καὶ τόσο ἐπι­στή­­μο­νας, ὥστε νὰ ἀνατέμνει μὲ σεβασμὸ τὸ σῶμα τῆς ἀκολουθίας, νὰ χειρουργεῖ μὲ ἀκρίβεια, νὰ ἀπαλάσσει ἀπὸ τὸ περιττό, νὰ προτείνει μὲ γνώση, σύνεση καὶ διάκριση. Ἐκκλησια­στικὸς ἀνὴρ μέχρι «μυελοῦ ὀστέων».

Δὲ θυμᾶμαι τὴν πρώτη μας συνάντηση καὶ γνωρι­μία. Ἔκτοτε ὅμως ἀνέβαινα συχνὰ στὸ γραφεῖο του στὴ Μονὴ Βλατάδων -ἦταν πρόεδρος τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πα­τερικῶν Μελετῶν. Ἡ κάθε συνάντησή μας ἦταν μιὰ ἀποκάλυψη γνώσης καὶ ἀγάπης γιὰ τὴ λατρεία τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἄνθρωπος εὐπροσήγορος, χαρίεις, ἀρχοντικός, σεβαστικὸς πρὸς τὸν κάθε συνομιλητή του. Τοῦ ὀφείλω πολλὰ γιὰ τὸν χρόνο καὶ τὶς σοφὲς συμβουλές του καὶ θὰ τὸν μνημονεύω διὰ παντός. Παραθέτω χαρακτηριστικὰ περιστατικὰ ποὺ φανε­ρώ­νουν τὰ παραπάνω: «κ. Καθηγητά, ἔχω ἄλλη μιὰν ἀπορία», εἶπα. «Εἶσαι τυχερός, Νε­κτά­ριε», ἀπάντησε. «Ἐγὼ ἔχω πολλὲς ἀκόμα», καὶ γέλασε. Ἄλλη μιὰ φορὰ συζητῶντας κά­ποιο θέ­μα «παπαδικό» τὸν ρώτησα νεανικότροπα: «Δὲ σᾶς ἐνοχλεῖ, ποὺ ἐνῶ ἔχετε τέτοια γνώ­ση καὶ πεῖρα, δὲ σᾶς συμβουλεύεται ἀναλόγως ὁ κλῆρος;». Μοῦ ἀπάντησε τότε ἁγιο­γρα­φι­κά: «ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀρο­τριᾶν» (Α΄ Κορ. 9.9). Ἐμεῖς σπέρνουμε, Νε­κτά­ριε, Ἄλλος εὐλογεῖ τὴν καρ­ποφορία καὶ ἄλλος, ὅποιος θέλει, θὰ δρέψει τοὺς καρπούς. Δὲν πρέπει νὰ σκε­πτό­μεθα ἀπο­γοητευτικά, ἀνθρώπινα».

Εἶναι πάντως νομοτελειακὸ τὸ ὅτι, ὅσο μεγαλύτερη καὶ πλατύτερη γνώση ἑνὸς ἀντικει­μέ­νου ἔχει κάποιος, τόσο ταπει­νώ­νεται ἀπέναντι στὴ μεγάλη ἄγνωστη ἀκόμα γνώση. Ἕ­νας τέτοιος ταπεινὸς ἄνθρωπος καὶ εὐεργέ­της πολλῶν θηρευτῶν τῆς ἀλήθειας τῆς λατρείας ὑπῆρξε ὁ καθηγητὴς Ἰωάννης Φουντούλης. Ἡ ψυχή του, στὰ ἅγια!

Ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης

Ἦταν ἀρχὲς Νοεμβρίου τοῦ 1996. Εἶχε περάσει μιὰ περίοδος ἀναζήτησης δασκάλου στὴν ψαλτική, μιᾶς καὶ δὲν εἶχα ὁλοκληρώσει μὲ τὸν παπα-Λευτέρη τὸ ἀναστασιματάριο -εἶχαν μείνει οἱ χρωματικοὶ ἦχοι- καὶ δὲν εἶχα καταλήξει κάπου. Πῆγα σὲ ἕνα μάθημα στὴ Σχολὴ τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ κάτι ἀπροσδιόριστο δὲν μὲ ἀνέπαυσε. Ἦλθα σὲ ἐπαφὴ μὲ κάποιον ἄλλο δάσκαλο, ἀλλὰ ἡ πρώτη συνάντηση δὲν ἔγινε ποτέ. Ἔτσι πέρασε ὁ καιρὸς μὲ μιὰ κάποια ἀγωνία γιὰ τὴ χρονιὰ ποὺ θὰ χανόταν στὴν ψαλτικὴ καί ’κεῖνο τὸ ἀπόγευμα μετὰ τὸν ἑσπερινὸ καθόμασταν στὸ γραφεῖο τῆς Παναγίας Δεξιᾶς μὲ τὸν ἐφημέριο π. Γεώργιο Χειλᾶ καὶ τὸν φίλο Γιῶργο -νῦν μητροπολίτη Τρίκκης Χρυ­σό­στομο. Λέει ὁ Γιῶργος: «Πάτερ, ὁ Νεκτάριος θέλει να κάνει μαθήματα βυζαντινῆς, ἀλ­­λὰ δὲν βρῆκε ἀκόμα κάποιο δάσκαλο. Ἔχεις ὑπ’ ὄψη σου κάτι;». «Ἄ! Αὐτὸ εἶναι εὐκο­λο», ἀ­­πάντησε ἀμέσως ὁ π. Γεώργιος. «Ὑπάρχει ἕνας πολὺ καλὸς ψάλτης· νέο παιδὶ εἶναι, 25 χρονῶν καὶ ψάλλει στὴν Ἔδεσσα. Παναγιώτης Νεοχωρίτης λέγεται. Ἅμα σὲ ἀ­ναλάβει αὐτός, θὰ σὲ κάνει Ἄρχοντα!», εἶπε σχεδὸν θριαμβευτικά. Μέσα μου γέλασα. «Ἄρχοντας, λέει. Τί μ᾿ ἐνδιαφέρουν ἐμένα αὐτά; Ἐγὼ τὸν πλάγιο τοῦ δευ­τέ­­ρου θέλω νὰ τελειώσω. Δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ γίνω πρωτοψάλτης». Πρὶν καλά-καλὰ τε­λειώσω τὴ σκέψη μου ἀκούω τον π. Γεώρ­γιο: «Νάτος! Παναγιώτη, ἔλα ᾿δῶ.». Ὁ Νεοχωρίτης μόλις εἶχε μπεῖ στὴν ἐκκλησία καὶ κατευθυνόταν πρὸς τὸ γραφεῖο. Ντυμένος πρόχειρα μὲ ἀθλητικὲς φόρμες ἐ­λα­φρῶς πιτσιλισμένες μὲ μπογιές -ἔβαφε τὸ σπίτι του ἐκεῖνες τὶς μέρες- μπορῶ νὰ πῶ πώς «δὲ μοῦ γέμισε τὸ μάτι», ἐπὶ τὸ λαϊκώτερον, σὰν πρωτοψάλτης καὶ δάσκαλος ψαλ­τικῆς. Ὡστόσο ἡ ἄποψη τοῦ π. Γεωργίου δὲ χωροῦσε ἀντίῤῥηση! Ὁ πα­τὴρ ἔκανε τὶς ἀνάλογες συστάσεις καὶ ἄμεσα κανονίστηκε τὸ πρῶτο μάθημα, τὸ ὁποῖο διεξήχθη σὲ μιὰ ἰσόγεια αἴθουσα τοῦ οἰκοτροφείου τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, δεξιὰ τῷ εἰ­σερ­χομένῳ.

Πῆγα συνεσταλμένος μὲ ἕνα ἀναστασιματάριο ἀνὰ χεῖρας. Τοῦ εἶπα τί εἶ­­χα διδαχθεῖ μέχρι τότε καὶ τί ὄχι, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία. Μὲ ἔβαλε νὰ ψάλλω τὰ ἀργὰ ἀναστάσιμα εὐλογητάρια τοῦ Πέτρου Λαμπαδαρίου. Ἀφοῦ μὲ ἄκουσε γιὰ λί­γο, μοῦ ἔκανε ἐπισημάνσεις σχετικὰ μὲ τήν «ἐναρμόνια» φθορὰ τοῦ Ζω καὶ ὕστερα ἄρχισε νὰ τὰ ψάλλει ὁ ἴδιος. Εἶχα ξανακούσει τὸ μέλος αὐτό, ὡστόσο αὐτὸ ποὺ ἄκουγα τώρα ἦταν κάτι ἐντελῶς πρωτόγνωρο. «Διαφορετικό»; «Καθαρό»; «Ἁγνό»; «Ἐξωτικό»; Τότε δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ κά­ποια καταλληλότερη λέξη. Σήμερα μπορῶ μὲ παῤῥησία νὰ πῶ πὼς αὐτὸ ποὺ ἄκουσα ἦταν μιὰ ἀκραιφνῶς ἐκκλησιαστικὴ ἑρμηνεία. Ἄκουγα λοι­πὸν κάτι ποὺ ποτὲ μέχρι τότε δὲν εἶχα ἀκούσει στὶς κασσέτες ποὺ κυκλοφοροῦνταν. Ἄ­κου­γα κάτι «βαθύ», κάτι ποὺ μὲ βεβαίωνε ἐξάπαντος γιὰ τὴ γνησιότητά του. Τὴν ἴδια αἴσθηση ἀποκόμισα καὶ στὸ ἄκουσμα τοῦ δευτέρου ἤχου, αὐτοῦ τοῦ «καινούργιου» καὶ πρωτάκουστου δευ­τέ­ρου ἤχου, ὅταν μοῦ παρέδιδε τὸ προσόμοιο «Τὸν τάφον σου, Σωτήρ». Στὸ πρῶτο μάθημα κι αὐτό.

Ἔφυγα ἀπὸ τὸ μάθημα «χορτᾶτος» καὶ μᾶλλον συνεπαρμένος καὶ κατευθύνθηκα στὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ Ῥηγόπουλου, γιὰ νὰ προμηθευτῶ τὸ Εἱρμολόγιο τοῦ Ἰωάννου. Ὁ δά­σκα­λος ἔκρινε, ὅτι δὲ χρειάζεται νὰ συνεχίσουμε τὰ μαθήματα ἀναστασι­μα­­τα­ρίου ἀλλὰ ἀργοῦ εἱρμο­λο­γίου. Ἔτσι ματαιώθηκε γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ ἀρχικὸς καὶ μο­να­δικὸς σκοπός μου, ὁ πλάγιος τοῦ δευτέρου!

Λίγους μῆνες μετά, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1997 -ἂν θυμᾶμαι καλά, μὲ κάλεσε νὰ συμμε­τέχω στὶς πρόβες ἑνὸς χοροῦ ποὺ εἶχε συγκροτήσει ἀπὸ νέους τῆς Ἔδεσσας καὶ τῆς Κα­βάλας -τόπου καταγωγῆς του, ποὺ γίνονταν στὸ Ὠδεῖο «Ἐν χορδαῖς». Ὁ χορὸς μελετοῦσε τό «Ἀναστάσεως ἡμέρα» Χρυσάφου τοῦ νέου. Ὅταν ἄκουσα ὁλόκληρο τὸ μέλος ἀπὸ τὸν χορό, στὸ τέλος τῆς πρόβας, συγκλονίστηκα· «διηνοίχθησάν μου οἱ ὀφθαλμοί καὶ ἐπέγνων». Εἶπα μέσα μου: «Αὐτὸ ἤθελα νὰ μάθω· αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ψαλτικὴ θὰ ἤθελα νὰ διδαχτῶ, ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσα μήτε σὰν αἴτημα νὰ τὸ διατυπώσω πρὸς τὸν Κύριο»! Ὅμως Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει ἀκόμη καὶ τὶς μύχιες προσδοκίες μας, ἐκπληρώνει ὅσες δὲ βλάπτουν τὸ ὄντως συμφέρον μας…

Τὰ ἰδιαίτερα μαθήματα συνεχίστηκαν μιὰ χρονιὰ ἀκόμα, ἐνῶ παράλληλα ἀκολου­θοῦ­σα τὸν δά­σκα­λο στὴν Ἔδεσσα, ὅπου ἔζησα τὸ ὀργανωμένο ἀναλόγιο καὶ τὴν ψαλτικὴ εὐπρέπεια. Χαραγμένη στὸ νοῦ μου παραμένει μιὰ λειτουργικὴ εἰκόνα ἀπὸ τὸν Α΄ Κα­τανυκτικὸ Ἑ­σπε­ρινὸ τοῦ 1997. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ πήγαινα στὴν Ἁγία Σκέπη, τὸν μητρο­πο­λι­τικὸ ναὸ τῆς Ἔδεσσας, κι ἐπειδὴ φτάσαμε στὸν ναὸ τὴν ὥρα τῶν κεκραγαρίων, δὲν ἀνε­βή­καμε στὸ ἀναλόγιο. Ἀντίκρυσα μιὰν ἐκκλησία πλήθουσα καὶ δυὸ ἀναλόγια γεμάτα νέα παιδιὰ μὲ τὰ ῥάσα τους. Μιὰ ἰδανικὴ καὶ ἐλπιδοφόρα σκηνὴ γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς ψαλτικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς καθ᾿ ὅλου εὐσέβειας.

Δὲν ξέρω κατὰ πόσον ἐκμεταλλεύτηκα τὴν παρὰ Κυρίου εὐλογία καὶ εὐκαιρία. (Συ­νή­θως καὶ μᾶλλον δικαίως οἱ δάσκαλοι δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι μὲ τὴν ἀπορροφητικότητα καὶ τὸν ῥυθμὸ προόδου τῶν μαθητῶν!). Τοὐλάχιστον ὅμως ἐλπίζω ὅτι ἀπέκτησα κριτήρια ὀρθῆς ἐκ­κλη­σιαστικῆς ἑρμηνείας, ψαλτικῆς γνησιότητας καὶ λει­τουργικῆς εὐταξίας. Βέβαια στὴν πορεία τῆς ζωῆς τὰ κριτήρια ἐνίοτε λει­τουργοῦν βασανιστικά, ὡστόσο αὐτὸ ἀποτελεῖ θέμα ἄλλης γραφῆς…

Συνε­λόντι εἰπεῖν ἡ μαθητεία παρὰ τὸν Παναγιώτη Νεοχωρίτη συμπεριλάμ­βανε ποικί­λες χρήσιμες ἐμπειρίες, γνωριμίες ἐποικοδομητικὲς καὶ βιώματα ἐκκλη­σια­στικά. Ἡ μαθητεία βέβαια δὲν ὑπῆρξε ἀνέφελη, ὡστόσο ἡ εὐγνωμοσύνη μου ὑπερκα­λύπτει κάθε ἀνθρώπινο σπί­λο στὸ σῶμα τῆς παρὰ Θεοῦ εὐεργεσίας.

Τὰ ἔτη παρῆλθον, ὁ διδάσκαλος ἀνῆλθε στὸ ὑψηλότερο ψαλτικὸ στασίδι τῆς ἑλληνό­φωνης ὀρθοδοξίας κι ἐμεῖς οἱ μαθητές του εὐχόμαστε τὸ ἑρμηνευτικὸ ἦθος του νὰ φωτίζει «ὡς λύχνος ἐπὶ τὴν λυχνίαν» κάθε καλόπιστο θεράποντα τῆς ἱερᾶς τέχνης τῆς ἐκκλη­σιαστικῆς ὑμνῳδίας.

Ὁ π. Διονύσιος

Ὁ π. Διονύσιος Σιωνίδης, ἦταν κατ᾿ ἐπάγγελμα γιατρός, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν συντα­ξιοδότησή του χει­ρο­τονήθηκε ἱερεὺς καὶ ἐξυπηρετοῦσε ὡς ἐφημέριος τὸ Γρη­γο­ριάτικο Μετόχι Κοιμή­σεως τῆς Θεοτόκου στὴν Πολίχνη. Σύχναζε στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ πολὺ νέος, ὅπου συναναστράφηκε παλαιοὺς πολιοὺς γέροντες, ὅπως τὸν πολυσέβαστο καθη­γούμενο τῆς Γρηγορίου Ἀθανάσιο (†1953) καὶ τὸν ἀλήστου μνήμης Γαβριὴλ καθηγούμενο Διονυσιάτη (†1983), ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι ὑπῆρξε καὶ πνευματικός του πατέρας.

Ὁ π. Διονύσιος ἦταν ἔγγαμος φιλακόλουθος καὶ φιλόμουσος κληρικός. Ψάλλων θύμιζε παλαιοὺς ἁγιορεῖτες. Τὸν ἐπισκέφθηκα μιὰ φορὰ προκειμένου νὰ σημειώσω διάφορα ψαλ­τικά, λειτουργικὰ καὶ λοιπὰ ἁγιορειτικὰ ἤθη, καὶ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μὲ ἀπο­ζη­μίωσε μὲ τὸ παραπάνω. Λογοτεχνικὰ γλαφυρός, περιγραφικὰ λεπτομερής, ἐκκλησιαστικὰ λεπτός, γε­νι­κὰ ἐνθουσιώδης μὲ μετέφερε στὸ ἦθος τῆς παλαιᾶς ἁγιορείτικης παράδοσης καὶ τῶν φιλακόλουθων ἐκφραστῶν της.

Μέσα ἀπὸ τὶς διηγήσεις του ἔζησα ἕναν ὁλάκερο κόσμο ποὺ ζοῦσε γιὰ καὶ ἀπὸ τὴν κα­­θημερινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν τιμὴ τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Πα­ραθέτω ἕνα χα­ρα­κτηριστικὸ δεῖγμα τῆς λειτουρ­γικῆς λεπτολογίας αὐτοῦ τοῦ ἁγιορείτικου κόσμου: Ὁ Γα­βριὴλ Διο­νυ­σι­ά­της, ὁ Παπποῦς, ὅπως ὅλοι τὸν προσφωνοῦσαν ἀγαπητικά, εἶπε κάποτε εἰρωνικά-ἐπιτιμητικὰ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς μιᾶς μονῆς, λίγο πρὶν τὴν πανηγυρικὴ ἀγρυπνία: «Ὡραῖα ἀνάψατε τὰ καντήλια· σὰν πυροφάνια. Τί φλόγα εἶν᾿ αυτή; Ἡ φλόγα τῶν καντηλιῶν πρέπει νἆναι μικρή, γύρω-γύρω γαλάζια καὶ στὴ μέση κίτρινη, σὰν τὸ μάτι τοῦ ἀετοῦ». Σταχυολογῶ καὶ κάτι ἀκόμα ἀπὸ τὸν π. Διονύσιο. Συ­ζη­τῶντας γιὰ τὸ φιλακόλουθο τῶν ἱερέων, μοῦ ἀνέφερε, ὅτι ὑπῆρχαν παλαιὰ στὴν Θεσσα­λονίκη ἱερεῖς, οἱ ὁποίοι δὲν παρέλειπαν μήτε τὶς Ὧρες ἀπὸ τὴν καθημερινὴ λατρεία· ὅμως γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνουν τὸ ἐνοριακὸ πρόγραμμα τὶς ἔκαναν εἴτε κατ᾿ οἶκον εἴτε καθ᾿ ὁδὸν πρὸς τὸν ναό, μιᾶς καὶ τὶς γνώριζαν ἀπὸ στήθους!

Παρ᾿ ὅτι ἡ συναναστροφή μου μὲ τὸν π. Διονύσιο ἦταν βραχεῖα -μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφυγα ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, κρατῶ μιὰ πολὺ θερμὴ ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ φλογεροῦ ἐραστῆ τῆς λογικῆς λατρείας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τὸν εὐγνωμονῶ γιὰ τὸ παράθυρο, ποὺ μοῦ ἄνοιξε στὸν ἁγιορείτικο κόσμο τοῦ χθές. Αἰωνία του ἡ μνήμη!

Ὁ π. Κωνσταντῖνος

Ὁ π. Κωνσταντῖνος Παπαγιάννης ὑπῆρξε σημαντικὴ ἱερατική, λειτουργική, καὶ ψαλ­τικὴ μορφὴ τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐφημέριος τοῦ βυζαντινοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, κήρυκας, λειτουργιολόγος, μελοποιός, ἐκδότης μουσικῶν καὶ ἐπιμελητὴς λειτουργικῶν βι­βλίων, ἦταν πραγματικὰ μιὰ ἀστείρευτη πηγὴ γνώσεων. Παρ’ ὅλο ποὺ μιὰ καὶ μοναδικὴ φορὰ συναντηθήκαμε καὶ μοῦ ἔλυσε πολλὲς ἀπορίες, ἡ συναναστροφή μας εἶναι καθη­με­ρι­­νὴ διὰ τῶν μουσικῶν καὶ λειτουργικῶν του ἐκδόσεων. Ἀναμφιβόλως εὐεργέτησε πολ­λα­πλῶς τὸν ἐκκλησιαστικὸ λειτουργικὸ χῶρο καὶ διευκόλυνε σὲ μεγάλο βαθμὸ τοὺς θερά­ποντες τῆς λατρείας. (Καὶ ἂν ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία εἶχε ἐνδιαφερθεῖ ἐπαρκῶς, ὁ π. Κων­σταντῖνος θὰ εἶχε ἐπιτελέσει ἔργο ἀντίστοιχο αὐτοῦ τοῦ Βαρθολομαίου Κουτλουμου­σιανοῦ τοῦ Ἰμβρίου…) Ἀγήρως ἡ μνήμη του!

Ὁ γέρων Δοσίθεος

Ἦταν στὰ 1999, ὅταν ἕνα βιβλίο ἀσυνήθιστης φρεσκάδας καὶ θεματολογίας εἰσέβαλε στὴ χριστιανικὴ καθημερινότητα τῆς Ἑλλάδας: «Θέλω νὰ πιῶ ὅλο τὸν Βόσπορο». Συγ­γρα­φέας ὁ καθηγούμενος τῆς Μονῆς Τατάρνης Εὐρυτανίας ἀρχιμανδρίτης Δοσίθεος Κα­νέλλος. Τὸ βιβλίο ἀφοροῦσε τὴν Πόλη· ἱστορία, μνημεῖα, τὸ Πατριαρχεῖο κ.ἄ.π. Ὅλοι εἶχαν σαγηνευτεῖ ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του καὶ ἀπὸ τὸ ὅραμα τοῦ γέροντα, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὴν μεταστροφή -μᾶλλον ἐπαναστροφὴ τοῦ Νεοέλληνα (χριστιανοῦ) σὲ Ῥωμηό, μέσα ἀπὸ τὴν γνωριμία μὲ τὴν ἀεὶ βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Εἶναι πάντως ἀλήθεια ὅτι πέτυχε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸν σκοπό του.

Οἱ περισσότεροι στὴ φοιτητικὴ παρέα τῆς Θεσσαλονίκης τὸ εἴχαμε διαβάσει, εἴχαμε σαγηνευτεῖ, καὶ ἦταν ζήτημα χρόνου ἡ ἐπίσκεψή μας στὴν Πόλη. Ἡ εὐκαιρία δὲν ἄργησε νὰ δοθεῖ· ὁ ἀρ­χιμανδρίτης Ἀνδρέας Νανάκης, ἱστορικός, καθηγητής μας στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ ὀργά­νωνε ἐκδρομὴ στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν Μάρτιο τοῦ 2000. Ἀδράξαμε τὴν εὐκαιρία καὶ βρεθήκαμε ἔτσι γιὰ λίγες μέρες στὴν Βασιλεύουσα τοῦ Γένους.

Ἐκεῖ πέραν τῶν ἄλλων σημαντικῶν, ἱερῶν καὶ πρωτόφαντων, μᾶς περίμενε μιὰ πολὺ μεγάλη καὶ εὐχάριστη ἔκπληξη· ἡ γνωριμία μὲ τὸν π. Δοσίθεο! Συναντηθήκαμε στὴν αὐλὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, μετὰ ἀπὸ τὴν κυριακάτικη Θεία Λειτουργία. Ἐνθου­σιασμένοι τὸν πλησιάσαμε: «Πάτερ, θὰ θέλατε μιὰ φωτογραφία μαζί μας;», κι ὁ γέροντας δέχτηκε σημειώνοντας μὲ τὸ ἀμίμητο χιοῦμορ του: «Νὰ μὴ βγάζετε φωτο­γραφία μαζὶ μὲ καλογήρους καὶ ἄλογα. Οἱ μὲν καλόγηροι διὰ τῆς περιβολῆς των, τὰ δὲ ἄλογα διὰ τοῦ λαμπεροῦ τριχώματος κλέβουν τὴν παράσταση»! Γελάσαμε ὅλοι ἀπὸ καρδιᾶς.

Ἐπικοινώνησα ξανὰ μὲ τὸν γέροντα, ὅταν πιὰ μετακόμισα στὴν Πρέβεζα, καὶ μὲ ἀφορμή, τί ἄλλο; θέματα τυπικοῦ, ἐκμεταλλευόμενος τὸν πλοῦτο τῶν γνώσεων καὶ τὴν πο­λυετὴ ἐμ­πειρία του. Ἀργό­τερα ἄρχισα νὰ ἐπισκέπτομαι τὸ μοναστήρι καὶ νὰ ἀπολαμ­βάνω τὴν ἀ­νε­πιτήδευτη καλογερική του ἀναστροφή, τὶς ἱστορικές καὶ λειτουργικές του γνώσεις, τὸ πη­γαῖο χιοῦμορ, τὴν εὐρύτητα τοῦ πνεύ­μα­τος, ἀλλὰ καὶ τὴν πολίτικη -καὶ ὄχι μόνο- κουζίνα!

Στοιχούμενος ὅμως πρὸς τὸν ἀρχικὸ σκοπὸ τοῦ κειμένου θὰ ἑστιάσω στὰ λατρευτικὰ δρώ­μενα τῆς Μονῆς Τατάρνης. Ἡ Μονὴ ἀκολουθεῖ αὐτονόητα τὸ μοναχικὸ τυπικὸ καὶ μά­λιστα τὸ τοῦ Ἁγίου Σάββα (Τ.Α.Σ.). Ἡ τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν χαρακτηρίζεται ἀπὸ μιὰ ἁπλότητα καὶ συνάμα ἀκρίβεια, δυὸ ἀπὸ τὶς ἀπαραίτητες συνιστῶσες τῆς ἱερότητας. Στὴν Τατάρνα βιώνεις ἐναργῶς, μέσῳ τῆς τήρησης τῆς τάξεως, τὴν ἔννοια τῆς παράδοσης, τῆς ῥοῆς ἀπὸ τὸ χθὲς στὸ σήμερα. Μπορῶ νὰ πῶ πὼς πληροῦσαι ἀπὸ τὴν παράδοση, ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ἐπαφῆς μὲ τὸ ἀρχαῖο καὶ προγονικό.

Ἔζησα τέσσερις ἀγρυπνίες στὸ Μοναστήρι. Ἑσπερινός-Ὄρθρος, ὀλιγόωρη διακοπὴ καὶ τὸ πρωΐ ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐψά­λησαν τὰ πάντα, κατὰ τάξιν, ἀβίαστα, φυσικά. Καὶ τὶς τέσσερις φορὲς ἔφυγα γεμάτος ἀπὸ τὴν ἑορτή. Ἡ πληρότητα τέλεσης τῆς ἀκολουθίας σὲ βοηθᾶ νὰ κατανοήσεις τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς, νὰ ἀφουγκραστεῖς τὴν ὑψηλὴ ποίηση τῶν ὑμνογράφων, νὰ τιμήσεις ἐπάξια τὰ ἑορτάζοντα ἱερὰ πρόσωπα καί, κατὰ δύναμιν, νὰ βιώσεις τὴ σωτηριολογικὴ σχέση σου μὲ τὴν ἑορτή.

Ἐκεῖ συνειδητοποίησα γιὰ πρώ­τη φορά, ὅτι ἡ τήρηση τῆς τάξης εἶναι ἡ μήτρα τῆς εἰρήνης. Ἐκεῖ ἔνιωσα πόσο καθοριστικὰ διὰ τοῦ λειτουρ­γικοῦ τύπου συγκροτεῖται ὁ ἱερουργός, ὁ ψάλτης, ὁ πιστός, ἐκκλη­σια­στι­κά, πνευ­μα­τικά, καὶ ἑρμηνευτικά -γιὰ ὅποιον ψάλλει.

Συμπερασματικά, πρῶτον, ἡ λατρευτικὴ ἀναντίῤῥητα εἶναι ἡ πιὸ στέ­ρεη τροφή, ποὺ μπορεῖ νὰ λάβει ἕνας ὀρθό­δο­ξος· δεύτερον, ἡ τήρηση τοῦ λειτουργικοῦ τύπου ἀπαιτεῖ σωματικὸ κόπο· δὲν θὰ ἦταν ἄστοχο, νὰ ὁρίσουμε τὸν κόπο αὐτόν, σὰν ἕνα εἶδος ἀπαραίτητης λειτουργικῆς ἀσκητικῆς καὶ τρίτον, τὸ τυπικό, ἡ τάξη στὴν ἀκολουθία δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ εὐλογημένη συνήθεια· εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο, ποὺ ἔχει ἄμεσο καὶ ἀπόλυτο ἀντίκτυπο στὴν πνευ­μα­τικὴ κατάσταση καὶ στὸ ὀρθόδοξο (ἢ ὄχι…) φρόνημά μας.

Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ὠφέλιμα γεννήθηκαν μέσα μου ἀπὸ τὶς λίγες ἀκολουθίες, καὶ ἀπὸ τὶς περισσότερες συζητήσεις μὲ τὸν π. Δοσίθεο. Παραμένω χρεώστης γιὰ τήν, ἐκ μέ­ρους του, ἐπὶ ἴσοις ὅροις, φιλία, γιὰ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη καὶ τὴν τιμή, μὲ τὴν ὁποία ὡς ψάλτη μὲ περιβάλλει. Εὔχομαι νὰ πολυετεῖ, ὥστε νὰ «φαίνῃ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκία»!   

Εὔχεσθε, φίλτατοι ἀναγνῶστες τοῦ παρόντος, ὅπως ὁ Κύριος μὲ ἀξίωσε τῆς ἐν κόσμῳ ἐκκλησιαστικῆς μυσταγωγίας, νὰ μὲ ἀξιώσει καὶ τῆς ἀνάλογης ἐν οὐρανῷ. Γένοιτο!

Αγιότητα και σύγχρονος κόσμος· μια εξαιρετική περιγραφή

Μητροπολίτου Ιωαννίνων Θεοκλήτου (†2014)



Πρόλογος

εἰς τὴν Ἀκολουθίαν ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Καλλίδου,

τοῦ καὶ Μητροπολίτου Ἰωαννίνων διατελέσαντος



Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική αντίφαση. Ένα ερωτηματικό δί­λημ­­μα προβάλλει και προκαλεί τον ιστορικό χριστιανισμό: Η Εκκλησία έχει περάσει την προκωνσταντίνεια περίοδο, όπου μια δράκα ανθρώπων αντιμε­τω­πίζει ένα κόσμο εχθρικό στο μήνυμά της, δίχως καμιά επιρροή στην ιστορία ή οδεύουμε την μετακωνσταντίνεια περίοδο στην οποία ο κόσμος δεν είναι πια ειδωλολατρικός, αλλά βαθμιαία αποχριστιανίζεται και είναι βαθιά άθεος;

Σήμερα ακούγονται άλλα «ευαγγέλια» κι άλλοι «προ­φήτες» μιλούν στον κόσμο. Άλλες ζωτικές δυνάμεις μπαί­νουν στο παιγνίδι κι επιχειρούν μια καινούργια σύνθεση του κόσμου βάσει άλλων αξιών, που δεν συμβα­δί­ζουν με το εκκλησιαστικό ήθος. Πόσο δικαιολογημένος είναι ο σύγχρο­νος κόσμος όταν περιφρονεί τον ιστορικό χριστιανισμό και πόσο το πρόσωπο του τελευ­ταίου είναι βαθιά σημαδεμέ­νο από βαριές προδοσίες; Τείνει να επικρατήσει η πίστη πως μέσα στη θερμή και παλλόμενη πραγ­μα­τικότητα της ζωής ο Θεός δεν βρίσκει πια στόμα αρκετά καθαρό και ανιδιοτελές, για να μιλήσει μέσω του. Φαίνεται πως τα πάντα έχουν φρικτά συμβιβαστεί σε σημείο που να έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι: η Εκκλησία κρίνεται από τον κόσμο· δεν είναι πια η κρίση της κρίσης του κόσμου τούτου.

Οι χριστιανοί έκαναν το παν για να αποστειρώσουν το Ευαγγέλιο. Ότι­δήποτε μέσα στο Ευαγγέλιο προκαλεί έκπλη­ξη και υπέρβαση, ό,τι είναι ανα­τρε­πτικό, εξουδετερώνεται. Εφόσον λοιπόν το εκκλησιαστικό γε­γο­νός βυθί­στη­κε σ’ ένα ουδετεροποιημένο υγρό κι εξέπεσε σε θρησκεία, μετεβλήθη σε μια καταθλιπτική, μονότονη κι εύκολη καθηκοντολογική συνήθεια, την οποία ο κόσμος, που θέλει να προσβλέπει στο μέλλον, την εγκαταλείπει στον ασυ­νε­χή ιστορισμό της χθες, αποκόπτοντάς την απ’ τον χρόνο των ενασχο­λή­σεων και αναζητήσεών του.

Στις μέρες μας δεν μπορούμε να πούμε πως το Ευαγγέλιο συναντά έναν τοίχο. Ένας σκληρός κι ανθεκτικός τοίχος ση­μαίνει αντίδραση. Όμως το Ευαγ­γέλιο συναντά την πλήρη αδιαφορία, αντηχεί στο κενό, το διαπερνά και τίπο­τα δεν το συγκρατεί. Δεν είναι αυστηρή η διαπίστωση πως η Εκκλησία δεν είναι πια -όπως τους πρώτους αιώνες- η θριαμβευ­τική πορεία της Ζωής μέσα από τα νεκροταφεία του κόσμου.

Η διαφορά πλέον, ανάμεσα σε πιστούς και απίστους έγκειται στο γε­γονός ότι οι μεν είναι λίγο πιο μεταφυσικοί από τους δε. Οι μεν πιστεύ­ουν στην αλλοπάθεια, οι δε στην ομοιοπάθεια. Μέσα στις Ενορίες εντυ­πω­σιάζει πλέον η φτώ­χεια σε ανθρώπινο υλικό, αλλά κι ο αριθμός των μετρίων ανθρώ­πων ή εκείνων που ζητούν ανταλλάγματα.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η χριστιανοσύνη, ως κοινω­νιολογικός τύ­πος, δεν είναι καθόλου πια ελκυστική. Ο κόσμος έχει πέσει, αλλά το ύψος από το οποίο έχει πέσει δεν υπάρχει πια. Η έννοια της αμαρτίας εί­ναι η πιο κενή νοήματος και η συγχώρεση, χάνει τραγικά το λόγο ύπαρ­ξής της. Το κακό καταργεί κάθε διέξοδο, βασιλεύει ασυζητητί· ο άνθρω­πος υποφέρει ανεπα­νόρ­θωτα κάνοντας και τους άλλους να υποφέρουν· ζει μέσα στην απουσία συνέχειας, βυθισμένος σε μια συγκοπτόμενη διάρκεια.

Η ζωή δεν έχει πια μυστήρια και η μόνη μύηση πλέον αφορά στις τεχνι­κές. Η αφοσίωση στις τεχνικές και η δούλωση στην τεχνολογία δημιούργησαν ήδη το προηγούμενο μιας απάνθρωπης και μισάνθρωπης «εσχατολογίας», ενός άλογου και παράλογου υπερκαταναλωτικοῦ εύτυ­χι­σμού. Τα πρόσωπα των ανθρώπων που διαμορφώνουν την ιστορία δεν επιτρέπουν να τους φα­ντα­στούμε γονατιστούς, σε κατά­σταση θεωρίας. Αφού το μυστήριο του κακού, αν θεωρη­θεί ανεξάρτητα από την πτώση, είναι άλυτο, τότε η Ιστορία με όλη τη διεστραμμένη μεγαλοσύνη της φαίνεται σαν ανωμαλία πάνω στη λεία επιφάνεια του μηδενός όπου τίποτα δεν μπορεί να συμβεί.

Η αποσύνθεση της ανθρώπινης ύλης είναι τόσο βαθιά που η πιο έμφυτη και φυσική ιδέα, αυτή της εσωτερικής ενότητας του ανθρώπινου γένους -του πρώτου και του δεύτε­ρου Αδάμ- έγινε τώρα η πιο απροσπέ­λαστη, η πιο ερμη­τική, ακόμα και για τους χριστιανούς.

Στο εξής μια πλήρης αδιαφορία περιβάλλει το χρι­στιανικό μήνυμα: «Ἀ­κου­σόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου» (Πράξ. 17,32-). Οι άνθρωποι δεν καταλα­βαίνουν πλέον ο ένας τον άλλον. Δεν πρόκειται πια για απλή σύγχυση γλωσ­σών, αλλά για σύγχυση ακόμα και στο εσωτερικό των γλωσσών. Η κοινωνία διακόπηκε. Ο άνθρωπος αναπνέει την απομόνωση, παρουσιάζει ήδη την αλλοίωση στην ίδια τη δομή του ανθρωπολογικού του τύπου, που οφείλεται τόσο στη δαιμονική μαγεία, όσο και στην άδεια που του δίνει το «όλα επιτρέπονται».

Απ’ όλα όσα παραπάνω διαπιστωτικά αναφέρουμε τίθεται το ερώ­τη­μα: Μπορεί ακόμα το πρόσωπο του Χριστού να «αστράψει στα πρόσω­πα των δικών του», όπως έλεγε μια αρχαία λειτουργική προσευχή; Εδώ έγκειται το όλο ζήτημα. Το μόνο μήνυμα που έχει ισχύ είναι εκείνο που αναπαράγει όχι τα λόγια του Λόγου, αλλλα τον ίδιο τον Λόγο. Μόνο η πα­ρουσία Του θα κάνει το μήνυμα άλας και φως. Το εκρηκτικό σπέρμα του Ευαγγελίου, από το οποίο απαστράπτει το φως του Πνεύματος, εξεγείρει, ανατρέπει πρωτίστως, όχι τις δο­μές του κόσμου, αλλά τις δομές του ανθρώπινου πνεύματος. Η έμφαση μετατίθεται από τον ακτιβισμό στη φανέρωση του Θεού μέσα στον άνθρωπο, στην έλευση του Χριστού εντός του ανθρώπου. Μια φωτιά του Πνεύματος ενθαρρύνει τα ασθενή του κόσμου, τα οποία εξέλεξε ο Θεός, μέσω του μη­νύματος των ταπεινών της ερήμου, και ακούει στην πατερική νουθεσία «απόκτησε την εσωτερική ειρήνη και πλήθος ανθρώπων θα βρει την οδό της σωτηρίας κοντά σου».

Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει ο μαντατοφόρος του μηνύ­ματος να πά­ψει να αναμασά τα μαθήματα του «κατηχητικού», να σταματήσει να είναι ο άνθρωπος που μιλά για τον Θεό και να γίνει ο άνθρωπος ο οποίος αφήνεται να μιλά ο Θεός μέσω του. Η σωτηρία πραγματοποιείται μόνο εντός της Εκ­κλησίας, το λειτούργημα του Λόγου περνά από το λειτούρ­γημα των μυστη­ρίων και τελειούται στο λειτούργημα της ενσωμάτωσης.

Όμως το Σώμα προεκτείνεται πέρα από την ιστορία, και σ’ αυτή την υπέρβαση ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε κοινωνιολογική αλλοτρί­ω­ση. Αυτό περιγράφεται καθαρά στη διήγηση της κλήσης των Αποστό­λων: «Ἄφες τοὺς νε­κροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς». (Ματθ. 8,22), κλίση και κλήση που ξεπερνά τα κοινωνιολογικά νεκροταφεία. Επομένως το μήνυμα πρέπει να γδύσει τον άνθρωπο από κάθε κοινωνιολογικό ένδυμα, να καταπλήξει τον γυμνό άνθρωπο και ακολούθως να τον ενδύ­σει ἐν Χριστῷ. Το «ζητεῖτε τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ», περιέχει το μεγαλύτερο παράδο­ξο, πρέπει να βρούμε αυτό που δεν βρίσκεται στον κόσμο: το αιώνιο μέσα στον χρόνο, το απόλυτο μέσα στο σχετικό. Πώς θα γίνει αυτό; Με το να μεταβούμε από το «έχειν» στο «είναι», όταν δηλ. ξεπεράσουμε «εαυτόν» και γίνουμε βέλη τα οποία θα δείχνουν την Βασιλεία του Πατρός. Να δειχθεί ότι η δημουργία του ανθρώπου έγινε με ιδιαίτερο τρόπο από τον Δημιουργό, ο Οποίος και ενεφύσησε στον άνθρωπο «πνοήν ζωής», του έδωσε δηλ. την δημιουργι­κή Του θεία ενέρ­γεια.

Αυτό σημαίνει κατά την ορθόδοξη δογματική διδασκα­λία εκείνο το οποίο επεξηγεί στη λειτουργική ευχή ο Ιερός Χρυσόστομος «…ὁ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμπαντα· ὁ κτίσας τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, καὶ παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ὁ διδοὺς αἰτοῦντι σοφίαν καὶ σύνεσιν…». Να βρει ο σύγχρονος άνθρωπος τη δύναμη να αιτηθεί τη σοφία και τη σύνεση «ἄνωθεν», δηλ. να μετά­σχει δια του προ­σώπου «…τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, του μεγάλου Θεοῦ καὶ Σω­τῆρος, τῆς ἐλπίδος ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία Μεγ. Βασιλείου) των ακτίστων θείων ενερ­γειών. Αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά του ανθρώπι­νου προσώπου από την υπόλοιπη κτίση. Είναι χοϊκός, αλλά και ο μόνος απ’ την κτίση που μπορεί να μετέχει των ακτίστων θείων ενεργειών, να αληθεύσει το κατ’ εικόνα σε καθ’ ομόιωσιν.

Η κατάληξη της ιστορίας, όπως και κάθε ύπαρξης, βρί­σκεται εκτός. Αυτός που δημιουργεί την ιστορία, την οδηγεί έξω από τα πλαίσιά της. Μπροστά στην πρόσφατη τάση για εγκατάσταση στην ιστορία, σ’ αυτόν τον πειρασμό που εκζητά την πείσμονα ευκολία με προπέτεια, το άθλημα της πί­στης προσκυνά την «Παρουσία». Η Εκκλησία αγγίζει την ιστορική της πλήρω­ση μόνο όταν προετοιμάζει την επιστροφή του Χριστού, επιτυγ­χάνει τον ευαγγελισμό μόνο όταν εντάσσεται σ’ αυτή την προοπτική.

Ζώντας αυτήν την αλήθεια μια Εκκλησιαστική κοινότητα, όταν είναι αληθινή ή για να είναι αληθινή, βυθίζεται σαν αγκίδα στο σώμα του κόσμου, επιβάλλεται ως σημείο, μιλά στον κόσμο ως τόπος όπου ο άνθρωπος συναντά τον Θεό, έρχεται, βλέπει και προπάντων ζει, τόπος της χριστιανικής παρου­σίας στη διακονία του κόσμου.

Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα να δεχθούμε τον Χριστό, «τρώγο­ντας» και «πίνοντάς» Τον και στην συνέχεια να πο­ρευτούμε μέσα στον κόσμο ως το ζωντανό μυστήριο, ως Μυ­στικός Δείπνος ἐν πορείᾳ. Δια μέσου του ανθρώπου -ακόμα κι όταν σιωπά- ο Χριστός θα ξαναμιλήσει στον κόσμο, θα δοθεί ως άρτος και ύδωρ στους ανθρώπους της εκασταχού Σαμάρειας.

Οι Άγιοι μάρτυρες και οι όμολογητές, οι νεομάρτυρες και οι νέοι ομο­λο­γητές, οι πατέρες και οι εγκρατευτές στην ιστορική διαχρονία της Εκκλησίας ήξεραν να συμφιλιώνουν την Οικουμενική γνώση του κόσμου με την ἐν Χριστῷ ζωή σε σημείο που γι’ αυτούς ήταν τα πάντα Χριστός, με την πνοή μιας αυθεντικής καθολικότητας· έτσι προκύπτει από τα συνα­ξά­ρια και τα μαρτύρια, τις ομολογίες και τα συστηματικά έργα τους.

Όλα όσα προαναγράφουμε εμπεριέχονται στην αγία ζωή του αγίου Γρηγορίου (Καλλίδου) του νέου ομολογητού, ο οποίος διετέλεσε ποιμένας και αρχιθύτης Ιησού Χριστού και στην Ιερά Μητρόπολή μας σε καιρούς «βαρέος χειμῶνος» και «ἐκτεταμένου παγετοῦ». Υβρίστηκε, λοιδωρήθηκε, απειλήθηκε, συκοφαντήθηκε, ταπεινώθηκε και ἐν τέλει υπό του ἐν Τριάδι Θεοῦ «ὑψώθη εἰς ἀναλογίαν τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ». Από την αγία ζωή του ας διαφυλάξουμε ταύτη τη μετοχική πρόσκληση: Κι αν έρθει η στιγμή να βρεθούμε απόβλητοι από την κοινωνική ζωή, πρέπει ήδη αυτή η γενιά να ωριμάσει για να ’ναι γενιά «ομολογητών», γενιά ικανή, όπως έλεγε άλλοτε μια επιστολή για τους μάρτυρες της Λυών, να «ακολουθήσει…τον Χριστό». Αυτή είναι η ευχή και η πατρική μου προτροπή προς όλους τους χριστιανούς της Μητροπόλεώς μας, αλλά και των ευλαβών αναγνωστών της παρούσης εκδόσεως.

Μια μεγάλη αγκαλιά…

Ποιός μπορεί να ζήσει δίχως αγκαλιά;

Κανείς, νομίζω.

Μέσα σε αγκαλιά κυοφορούμαστε, γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, ζούμε τη ζωή μας, και σε αγκαλιά πηγαίνουμε ή τουλάχιστον αυτός είναι ο προορισμός μας, “ἐν κόλποις Ἀβραάμ”.

Ας ξεκινήσουμε αυτό το διαδικτυακό ταξίδι με μια μητρική, πολυαγαπημένη αγκαλιά.

Η φωτογραφία είναι από ένα βυζαντινό μνημείο του 10ου αι. στον Κάμπο της Άρτας, τον Άγιο Δημήτριο του Κατσούρη. Η Πλατυτέρα χρονολογείται στον 13ο αι.